Η κοινωνιολογία της ψήφου στις Ευρωεκλογές του 2019

Του Άγγελου Σεριάτου, Υπεύθυνου πολιτικής ανάλυσης Prorata

Η εμπειρική έρευνα έχει δείξει ότι η αίσθηση του αν μπορώ προσωπικά ή όχι να επηρεάσω το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα συσχετίζεται άμεσα με την πιθανότητα να προσέλθω στις κάλπες. Ιδίως όταν η ερμηνεία της φράσης «μπορώ να επηρεάσω το τελικό αποτέλεσμα» αναφέρεται ουσιαστικά στο αν μπορώ να συμβάλλω στην κάλυψη μιας σημαντικής εκλογικής διαφοράς μεταξύ δύο μεγάλων κομμάτων (ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ). Αντιθέτως, η προσωπική μου εκλογική συμβολή στην προσπάθεια ενός κόμματος να συγκεντρώσει λίγες ακόμα ψήφους ώστε να περάσει το κατώφλι του 3% (ΜΕΡΑ25) ή να εδραιωθεί στο πολιτικό σύστημα ως μια νέα πολιτική δύναμη (Ελληνική Λύση) δεν μοιάζει τόσο μάταιη.

Η προσωπική αίσθηση ότι «μπορώ να κρίνω το αποτέλεσμα» στην πρώτη περίπτωση δείχνει να απουσιάζει, ενώ αντιθέτως στην δεύτερη όχι μόνο μοιάζει να είναι παρούσα αλλά μπορεί εν δυνάμει να έχει και πολλαπλασιαστικό χαρακτήρα για την προσπάθεια ενός «μικρού» κόμματος.

Αν φυσικά συνυπολογιστεί και το αίσθημα της απογοήτευσης, που αναπόφευκτα καλλιεργείται από την διάψευση των προσδοκιών περί εκλογικού ντέρμπυ στις πρόσφατες ευρωεκλογές, τότε τα πράγματα μοιάζουν ακόμα πιο δυσοίωνα για τον ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα που δεν έχει προλάβει ακόμα να θεμελιώσει ισχυρούς δεσμούς με ψηφοφόρους που τον στήριξαν σε προηγούμενες εκλογικές διαδικασίες. Για όλους αυτούς που στις ευρωεκλογές ψήφισαν κριτικά τον ΣΥΡΙΖΑ, ως την λιγότερο κακή επιλογή με σημαντικές πιθανότητες διακυβέρνησης του τόπου, η νέα επιλογή που παρουσιάζεται ως τοποθετούμενη στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ (ΜΕΡΑ25), σε συνδυασμό με την αίσθηση ότι το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών δεν μπορεί να ανατραπεί, αποτελεί μια πόρτα που δυνητικά μπορεί να ανοιχθεί.

Από την άλλη μεριά, η αποχή ή ο εκ νέου διαμοιρασμός των αντί-ΣΥΡΙΖΑ ψηφοφόρων προς εναλλακτικές λύσεις (λ.χ. Ελληνική Λύση) που στήριξαν εξίσου κριτικά την Νέα Δημοκρατία στις πρόσφατες ευρωεκλογές, αποτελεί επίσης ένα υπαρκτό σενάριο, καθώς η ίδια αίσθηση («είναι μικρή η προσωπική μου συμβολή στο αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών, καθώς αυτό είναι προδιαγεγραμμένο») είναι παρούσα και μεταξύ αυτής της μερίδας των ψηφοφόρων. Στην πραγματικότητα ο σχεδόν αποκλειστικά αντί-ΣΥΡΙΖΑ λόγος της Νέας Δημοκρατίας που της επέτρεψε να πετύχει μια συντριπτική νίκη έναντι του κυβερνώντος κόμματος στις ευρωπαϊκές κάλπες, μπορεί εν δυνάμει να επηρεάσει αρνητικά τις επιδόσεις του κόμματος στις βουλευτικές εκλογές συνδυαστικά με την αίσθηση ότι το αποτέλεσμα μοιάζει προδιαγεγραμμένο.

Είναι όμως και τα συναισθήματα. Όπως έχει παρατηρηθεί σε αρκετές μετρήσεις της κοινής γνώμης, το βάθος των αρνητικών συναισθημάτων προς τον ΣΥΡΙΖΑ είναι τέτοιο, που οι θεσμικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης ένα διάστημα πριν από τις ευρωεκλογές επηρέασαν ελάχιστα (έως και ελαφρώς αρνητικά τους ψηφοφόρους), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ισχυροποίησαν περαιτέρω συναισθήματα, όπως ο θυμός. Μια συναισθηματική κατάσταση που φυσικά είτε προέκυψε ως αποτέλεσμα ορθολογικής σκέψης από την μεριά των ψηφοφόρων, είτε διαμέσου της -εκ των πραγμάτων- ανακατασκευής των γεγονότων από τα Μ.Μ.Ε.

Ο πρωθυπουργός και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρούν να επιβάλλουν έναν πιο ορθολογικό χαρακτήρα (σύγκριση πεπραγμένων και προγραμμάτων) στους όρους διεξαγωγής του κομματικού ανταγωνισμού στον δρόμο προς τις εθνικές κάλπες, ενώ παράλληλα αναφερόμενοι στην υπαρκτή πλέον επιλογή του ΜΕΡΑ25, τονίζουν ότι δεν θα μπορούσαν να υποστηρίξουν μια λογική που ποτέ δεν επικρότησαν: Αυτή της χαμένης ψήφου. Παράλληλα υπογραμμίζουν σε όλους τους τόνους προς αυτούς που δεν έκλεισαν οριστικά την πόρτα στον ΣΥΡΙΖΑ και οι οποίοι προτίμησαν να στείλουν πολιτικό μήνυμα στις ευρωεκλογές ότι οι εθνικές κάλπες δεν αφορούν πλέον ένα πεδίο καταγραφής πολιτικής δυσαρέσκειας: Αυτή τη φορά «αποφασίζουμε για την ίδια μας την ζωή», με βάση το πρόγραμμα αυτών που έχουν τις μεγαλύτερες πιθανότητες διακυβέρνησης της χώρας.

Από την άλλη, η Νέα Δημοκρατία και τα στελέχη της αντιλαμβανόμενοι και τους κινδύνους που ενέχει η σχεδόν αποκλειστικού χαρακτήρα αντί-ΣΥΡΙΖΑ ρητορική, υπογραμμίζουν ότι το αποτέλεσμα των εθνικών εκλογών δεν είναι προδιαγεγραμμένο, καθώς η ολοκλήρωση της πραγματικής πολιτική αλλαγής («να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ») απαιτεί έστω και την κριτική στήριξη του κόμματος στις επερχόμενες εθνικές εκλογές. Η μεγάλη εκλογική διαφορά που προέκυψε από τις κάλπες του Μαΐου, δεν αποτελεί εν τέλει σύμμαχο κανενός εκ των δύο μεγάλων κομμάτων, δεδομένων των νέων επιλογών που εμφανίζονται είτε στα δεξιά της ΝΔ, είτε στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ.

Σε αυτό το νέο τοπίο προσπαθούν να παρέμβουν τα δύο κόμματα, είτε επιχειρώντας να πείσουν το εκλογικό σώμα ότι «αυτή τη φορά δεν στέλνουμε μήνυμα δυσαρέσκειας αλλά επιλέγουμε πως θα ζήσουμε για τα επόμενα 4 χρόνια», είτε ότι «η αλλαγή σελίδας που θα επιτευχθεί με την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, προϋποθέτει την στήριξη της ΝΔ σε μια ακόμη εκλογική αναμέτρηση, έστω και με κριτική διάθεση». Και αυτή την φορά η πειστικότητα των αφηγημάτων και η βαθύτερη κατανόηση της συναισθηματικής διάστασης της εκλογικής συμπεριφοράς από τα ίδια τα κόμματα θα είναι καθοριστικής συμμαχίας.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει