ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ 2019: ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΟΥ

Του Άγγελου Σεριάτου, Υπεύθυνου πολιτικής ανάλυσης Prorata

Δύο ήταν οι βασικοί φόβοι των πολιτικών επιστημόνων σε σχέση με τις ευρωπαϊκές εκλογές: Μια ενδεχομένως εντυπωσιακή καταγραφή των εθνικιστικών και ακραία συντηρητικών δυνάμεων και ένα δυσθεώρητο ύψος αποχής που θα μπορούσε να αποτελέσει και ρεκόρ στην ιστορία του θεσμού. Εν τέλει, η πρώτη εκτίμηση (άνοδος ακροδεξιάς) επιβεβαιώθηκε, αν και όχι με τόσο εντυπωσιακό τρόπο, ενώ η δεύτερη (ύψος αποχής) διαψεύστηκε με πανηγυρικό τρόπο.

Οι επιδόσεις των ακροδεξιών εθνικιστικών δυνάμεων παρ’ ότι ήταν σαφώς βελτιωμένες σε σχέση με τις προηγούμενες ευρωεκλογές, εν τούτοις δεν ήταν με εκλογικούς όρους τόσο εντυπωσιακές όσο θα περιμέναμε. Πιο συγκεκριμένα, η Λεπέν στην Γαλλία τελικά αναδείχθηκε οριακά πρώτη έναντι του Μακρόν, ο Σαλβίνι επίσης επικράτησε με 32%, ενώ σε Ουγγαρία και Πολωνία οι νίκες ήταν πράγματι μεγάλες, όπως είχε αρχικά εκτιμηθεί. Εν τούτοις, οι φόβοι για εκτίναξη της ακροδεξιάς σε Ολλανδία (PVV & FfD), Δανία (Danish People’s Party), Γερμανία (AfD), Ισπανία (Vox), Ελλάδα (Χρυσή Αυγή) και αλλού δεν επιβεβαιώθηκαν. Η εκτίμηση βέβαια για τον αν τελικά «πέτυχε» η ακροδεξιά στην Ευρώπη δεν μπορεί να περιορίζεται σε στείρα αθροίσματα εδρών, αλλά πολύ περισσότερο θα πρέπει να αποτιμάται και το εύρος της πολιτικής νομιμοποίησης των απόψεων που εκφράζει. Η ακροδεξιά στις μέρες μας, έχοντας αποστασιοποιηθεί από την ρητορική που θυμίζει το καταστροφικό για την Ευρώπη ναζιστικό παρελθόν και έχοντας αναπροσαρμόσει τα αφηγήματα της, αξιοποιεί και ενισχύει την ανασφάλεια που γεννάει η πυκνότερη στις μέρες μας επαφή με την «ετερότητα». Τα ακροδεξιά κόμματα νέου τύπου, προωθούν την «εθνική προτίμηση» έναντι της «εθνικής καθαρότητας», μια μορφή εθνικισμού που δεν βασίζεται σε βιολογικά χαρακτηριστικά όπως παλαιότερα αλλά στην «υπεράσπιση» των φιλελεύθερων στοιχείων της εθνικής και ευρωπαϊκής ταυτότητας (civic nationalism). Παρουσιάζουν δηλαδή εαυτούς ως υπερασπιστές της ίδιας της φιλελεύθερης δημοκρατίας, όχι απέναντι σε όσους με βιολογικό τρόπο διαφέρουν από «εμάς» αλλά απέναντι σε όσους δεν μοιράζονται τις ίδιες πολιτισμικές αξίες μαζί «μας». Έτσι, η συζήτηση γύρω από την ετερότητα μετατοπίζεται από την στενή σφαίρα της βιολογίας, στην σφαίρα του πολιτισμού, πεδίο στο οποίο οι δυτικές δημοκρατίες είναι σαφώς ανεκτικότερες. Και είναι αυτή η ουσιαστική επιτυχία των ακροδεξιών κομμάτων, η οποία τους επιτρέπει να διεισδύσουν σε πλατύτερα κοινωνικά στρώματα και να συμπαρασύρουν φιλελεύθερες συντηρητικές δυνάμεις στην υιοθέτηση πτυχών μιας πιο δεξιάς ατζέντας.

Παράλληλα η εκτίμηση για αύξηση της αποχής δεν επιβεβαιώθηκε, καθώς περίπου το 51% των ευρωπαίων πολιτών συμμετείχε στην εκλογική διαδικασία, ποσοστό που αποτελεί και ρεκόρ εικοσαετίας. Ενδεικτικά στο Βέλγιο, την Δανία, την Ισπανία και την Γερμανία η συμμετοχή κυμάνθηκε από 62% έως 89%, ενώ σε Σλοβακία, Πορτογαλία, Βουλγαρία και Τσεχία πολύ χαμηλότερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Τα εθνικά διλήμματα που τέθηκαν ανά χώρα αλλά και ο φόβος της ακροδεξιάς επέλασης φαίνεται πως συνέβαλλαν αποφασιστικά στην αύξηση της συμμετοχής των ευρωπαίων πολιτών στις κάλπες.

Αναμφίβολα, αξιοσημείωτη ανακατανομή δυνάμεων υπήρξε μεταξύ των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων, όπου οι μεγάλοι κερδισμένοι των εκλογών ήταν το φιλελεύθερο κέντρο και οι πράσινοι, που σημείωσαν σημαντική άνοδο. Οι τελευταίοι κέρδισαν σημαντικό έδαφος έναντι της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς, των οποίων η ισχύς υποχώρησε σημαντικά. Η σχετική συμπίεση των παραδοσιακά κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων, σε συνδυασμό με την άνοδο των ακροδεξιών αλλά και την ανάδειξη νέων φιλοευρωπαϊκών κομμάτων οδηγεί στην εδραίωση μια εικόνας πολιτικού κατακερματισμού.

Το σοβαρό έλλειμμα δημοκρατίας (που καθρεφτίζεται στην καφκική γραφειοκρατία της Ένωσης) και οι πολιτικές λιτότητας των τελευταίων ετών που οδήγησαν σε κρίση εκπροσώπησης, πρόσφεραν σε εθνικιστικές δυνάμεις την ευκαιρία να εισέλθουν στο πεδίο του πολιτικού ανταγωνισμού, όπως αυτός ορίζεται στα πλαίσια της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Παράλληλα, τα μεταμοντέρνα αιτήματα της νέας εποχής που είτε ανακύπτουν αντικειμενικά (πχ. κλιματική αλλαγή), είτε επανέρχονται μετασχηματισμένα από νέα σκοπιά (φιλελεύθερη ατζέντα) μοιάζουν να είναι οι παράγοντες εκείνοι που συνέβαλλαν στην ανάδειξη νέων δυνάμεων. Οι παραπάνω εξελίξεις μοιάζει να είναι και οι βασικές αιτίες που γέννησαν την εντυπωσιακή ανακατανομή της πολιτικής ισχύος με χαρακτηριστικά κατακερματισμού στα πλαίσια της Ε.Ε. Ένα τοπίο κατακερματισμού που αναπόφευκτα θα οδηγήσει και στην επικράτηση μιας πολυποίκιλης πολιτικής ατζέντας και ενός ανομοιογενούς μείγματος πολιτικών από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει