Με την Beat ή με τη συντεχνία των ταξί;

Του Άγγελου Σεριάτου, MPhil in Political Communication, University of Amsterdam

Οι εταιρίες online «διαμεσολάβησης παροχής μεταφορικού έργου με επιβατηγά δημόσιας χρήσης», όπως η Beat, αποτελούν το «new thing» στις αστικές μετακινήσεις παγκοσμίως. Με απλά λόγια, τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν εταιρίες που διαμεσολαβούν μέσω applications ώστε οι χρήστες να βρίσκουν εύκολα ταξί. Ορισμένοι πολιτικοί και πολίτες ανά τον κόσμο αγκάλιασαν την ιδέα, ενώ άλλοι άσκησαν σκληρή κριτική, με τους δύο πόλους συχνά να μη συγκροτούνται στη βάση κλασσικών διαιρετικών τομών. Από τους κύριους εκφραστές της ιδέας υπήρξε η ελληνικής εμπνεύσεως start-up εταιρία Beat (πρώην Taxibeat), η οποία ιδρύθηκε το 2011, με έδρα της την Βρετανία. Η εταιρία γρήγορα κυριάρχησε σε ορισμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής, ενώ ισχυροποιήθηκε σημαντικά και στη χώρας μας, έχοντας πλέον εξαγοραστεί από τον Γερμανικό κολοσσό Daimler. Η Beat, έχοντας ως αιχμή της υπηρεσίας της την αξιολόγηση της υπηρεσίας και τις ευκολίες εξυπηρέτησης (εντοπισμός εγγύτερου ταξί, παραλαβή από τοποθεσία που επιλέγουν οι ίδιοι οι πελάτες, προπληρωμή με κάρτα κ.α.), έγινε ιδιαιτέρως αγαπητή από μερίδα πολιτών. Περισσότεροι των 60.000 χρηστών κατέβασαν την εφαρμογή στο κινητό τους σε διάστημα δύο περίπου χρόνων.  Η ικανοποίηση εκ μέρους των χρηστών της εφαρμογής Beat είναι ιδιαιτέρως υψηλή, καθώς 8 στους 10 αξιολογούν θετικά την εμπειρία τους.

Το άνοιγμα του επαγγέλματος όμως, καθώς και ο βαθμός ικανοποίησης αυτών που βρίσκονται στην πλευρά της ζήτησης, δεν αποτελεί από μόνη της ικανή συνθήκη να τοποθετηθούμε υπέρ της λειτουργίας τέτοιου τύπου παροχών. Είναι η σύνδεση της υπηρεσίας του Beat με τη δυνατότητα ελέγχου και αξιολόγησης της παρεχόμενης υπηρεσίας – μέσω της αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών – που καθιστά την υπηρεσία αναμφισβήτητα χρήσιμη. Όταν βρισκόμαστε σε ένα εστιατόριο για να δειπνήσουμε, έχουμε την δυνατότητα να αξιολογήσουμε το γεύμα καθώς και την συνολική εξυπηρέτηση, να παραπονεθούμε, να θέσουμε τον πάροχο του προϊόντος σε ένα είδος λογοδοσίας (accountability) ως προς τις υπηρεσίες του και εν τέλει να αποτρέψουμε ή να παροτρύνουμε και άλλους να δειπνήσουν στο συγκεκριμένο εστιατόριο. Τα παραπάνω μάλιστα, λόγω της τεχνολογικής εξέλιξης καθίσταται δυνατά όχι μόνο με φυσικό τρόπο αλλά και μέσω διαδικτύου (reviews). Γιατί λοιπόν να μην ισχύσει το ίδιο για το συγκεκριμένο προσφερόμενο προϊόν, ενισχύοντας τη θέση του καταναλωτή;

Ωστόσο, ο δημόσιος διάλογος φαίνεται να έχει επικεντρωθεί στο αν πρέπει το επάγγελμα να «ανοίξει» ή όχι, μακριά από μια συζήτηση σχετικά με το αν η προσφερόμενη υπηρεσία στην Ελλάδα, είτε μέσω των συμβατικών ταξί, είτε μέσω εταιριών τύπου Beat, εξυπηρετεί τις ανάγκες μας με τον βέλτιστο τρόπο και αν παρέχεται δυνατότητα αξιολόγησης. Είναι ενδεικτικό, πως το σωματείο των ιδιοκτητών ταξί Σ.Α.Τ.Α. αναγνώρισε εν μέρει (μέσω της δημιουργίας της εφαρμογής IQ Taxi) την ανάγκη βελτίωσης των υπηρεσιών στους συγκεκριμένους τομείς. Η προχειρότητα όμως και η έλλειψη αποφασιστικότητας στην προώθηση της εφαρμογής μοιάζουν πως η προσπάθεια στόχευε μάλλον περισσότερο να εντυπωσιάσει παρά να αναβαθμίσει ουσιαστικά το προσφερόμενο προϊόν.

Το δίλημμα «με την Beat ή με την συντεχνία των ταξί;», το οποίο επιτακτικά τίθεται από τα ΜΜΕ, μοιάζει πλαστό και δευτερεύον μπροστά στο ουσιαστικό δίλημμα για το αν θέλουμε καλύτερη εξυπηρέτηση ή όχι. Για το αν θέλουμε δυνατότητα αξιολόγησης των προσφερόμενων προϊόντων ή όχι. Για το αν θέλουμε η πολιτεία να προστατεύει όσους με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο εργάζονται σκληρά και με τιμιότητα αλλά και αυτούς που καινοτόμα τολμούν να διαφοροποιήσουν το προϊόν της δουλείας τους. Λανθασμένα και κατασκευασμένα διλήμματα οδηγούν κατά κανόνα σε λανθασμένες συλλογικές αποφάσεις.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει