Γιατί και σε ποιον πέφτουν τα φώτα στη Θεσσαλονίκη;

Του Γιάννη Κωνσταντινίδη, Επίκουρου Καθηγητή Πανεπιστημίου Μακεδονίας και Επιστημονικού Διευθυντή της Prorata

Η εκλογική αναμέτρηση του ερχόμενου Μαΐου για τον Δήμο Θεσσαλονίκης αποτελεί ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα αντικείμενα μελέτης για τους εκλογικούς αναλυτές και τους ανθρώπους της επικοινωνίας κατά την τρέχουσα περίοδο για τρεις λόγους. Πρώτον, γιατί τη θέση του Δημάρχου φαίνεται να αφήνει πίσω του ένα πρόσωπο με πολύ έντονες γωνίες και με σπάνια ισχύ –θετική ή αρνητική– του δημόσιου λόγου του. Το κενό που δημιουργεί η διαφαινόμενη αποχώρηση του Γιάννη Μπουτάρη από τη θέση του Δημάρχου –σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας της Prorata, τα τρία τέταρτα των Θεσσαλονικέων επιθυμούν τη μη διεκδίκηση νέας θητείας από τον ίδιο και μόλις το ένα τέταρτο εκφράζεται θετικά για τον ίδιο– δημιουργεί υψηλές προσδοκίες για τη δυναμικότητα της προσωπικότητας του διαδόχου του. Δεύτερον, γιατί η εκ νέου ανάδυση του ζητήματος της ονομασίας της ΠΓΔΜ στη δημόσια ατζέντα έχει πυροδοτήσει έντονη αντιπαράθεση μεταξύ συντηρητικότερων και προοδευτικότερων απόψεων για θέματα εξωτερικής πολιτικής, αλλά και τον ευρύτερο αξιακό προσανατολισμό, στην πόλη. Η αντιπαράθεση αυτή προφανώς ζητά να καταγραφεί και στο επίπεδο της εκλογικής αναμέτρησης για τον Δήμο. Τρίτον, γιατί η δημοσκοπικά κυρίαρχη Νέα Δημοκρατία διστάζει να επιλέξει κάποιον υποψήφιο για τη θέση, πιθανώς φοβούμενη είτε μια κακή επιλογή προσώπου που δε θα της εξασφαλίσει τη νίκη στον Δήμο, είτε την εμφάνιση ενός νέου προσώπου –του υποψηφίου της– στα «χωρικά ύδατα» του κόμματος, ο οποίος θα ανατρέψει τις υπάρχουσες ισορροπίες μεταξύ των χρόνια ισχυρών βουλευτών της πόλης. Η τελική επιλογή υποψηφίου από την πλευρά της ΝΔ θα κριθεί από το συνολικό εκλογικό σώμα και για την ευστοχία της, αξιολόγηση που σίγουρα θα περάσει και στην τελική κάλπη για τον Δήμο.

Η ιδιαιτερότητα της προσωπικότητας του νυν Δημάρχου, η οξύτητα της αντιπαράθεσης για το Σκοπιάνο και η μάχη των εσωτερικών συσχετισμών στη ΝΔ ρίχνουν λοιπόν τη σκιά τους στην αναμέτρηση για τον Δήμο Θεσσαλονίκης. Ποιος υποψήφιος θα μπορούσε άραγε να ανταποκριθεί παραλλήλως στις απαιτήσεις που θέτουν αυτά τα σύνθετα και αντικρουόμενα κριτήρια; Ίσως κάποιος με τον α-κομματικό χαρακτήρα και τη διαφορετικότητα του νυν Δημάρχου, ο οποίος θα ήταν όμως επιφυλακτικός απέναντι στη συμφωνία των Πρεσπών και ο οποίος δε θα φόβιζε το τοπικό κατεστημένο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ένας μάλλον δύσκολος συνδυασμός χαρακτηριστικών. Όμως, μια σειρά ευρημάτων της έρευνας της Prorata μπορούν να βοηθήσουν στην ανίχνευση. Πρώτον, η επαγγελματική εμπειρία έξω από την πολιτική αναγνωρίζεται ως το βασικό κριτήριο επιλογής ενός υποψηφίου από το 61% των πολιτών. Μοιάζει φρόνιμο λοιπόν να δώσουμε μεγαλύτερη αξία στην κατανομή των προτιμήσεων για τους υποψηφίους των εκλογέων εκείνων που δίνουν προτεραιότητα στο εν λόγω κριτήριο επιλογής. Δεύτερον, η αρνητική στάση έναντι της συμφωνίας που προβλέπει την ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» για την ΠΓΔΜ απορρίπτεται από το 69% των κατοίκων της Θεσσαλονίκης. Μοιάζει φρόνιμο να περιορίσουμε τη διαδικασία ανίχνευσης του πιθανού νικητή σε εκείνους τους υποψηφίους που έχουν υποστηρίξει ανοιχτά τη διαφωνία της με την εν λόγω συμφωνία. Τρίτον, ορισμένοι από τους υποψηφίους για τη θέση του Δημάρχου εμφανίζουν μια συμμετρικότητα στις θετικές προτιμήσεις μεταξύ των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ και των ψηφοφόρων της ΝΔ, αλλά και των κομμάτων του Κέντρου. Μοιάζει φρόνιμο να επικεντρώσουμε το ενδιαφέρον μας σε πρόσωπα που δείχνουν να έχουν μια διακομματική απήχηση, καθώς τα πρόσωπα αυτά εκ των πραγμάτων θα έμεναν πιο μακριά από τις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της ΝΔ, γεγονός που θα κατεύναζε τους φόβους των ισχυρών παραγόντων της ΝΔ στην πόλη.

Με δεδομένη την υπεροχή της ΝΔ στην κεντρική πολιτική σκηνή, η επιλογή του υποψηφίου που θα στηρίξει ανοιχτά ή έμμεσα η αξιωματική αντιπολίτευση στη Θεσσαλονίκη μοιάζει να είναι κομβική. Ο υποψήφιος που συνδυάζει δυνατό επαγγελματικό προφίλ, επιφυλάξεις έναντι της συμφωνίας των Πρεσπών και αξιοσημείωτη απήχηση στους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν μια καλή επιλογή. Οι μετρήσεις δημοτικότητας προσώπων από μόνες τους δεν είναι χρήσιμες, αν τα ποσοστά θετικών και αρνητικών αξιολογήσεων για το κάθε πρόσωπο δε συνδυαστούν με τα σωστά κριτήρια ανάγνωσης των ποσοστών. Ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος στη λίστα δημοτικότητας δεν είναι πάντα η καλύτερη επιλογή νίκης. Τα φώτα πέφτουν μοιραία στα «πρώτα ονόματα», ανεξάρτητα ακόμα και από το αν τα «ονόματα» αυτά έχουν τα ίδια τη διάθεση να λάβουν ένα χρίσμα. Όμως τα φώτα κάποιες φορές παραπλανούν. Και αφήνουν στο ημίφως επιλογές που ανταποκρίνονται καλύτερα στα ουσιαστικά κριτήρια μιας εκλογικής νίκης. Σταυρόλεξο για μέτριους λύτες η ανίχνευση ενός πιθανού νικητή των εκλογών της Θεσσαλονίκης. Σταυρόλεξο ίσως λίγο δυσκολότερο για την ηγεσία της ΝΔ, της οποίας η τελική επιλογή πρέπει να λάβει υπόψη της και τις προσωπικές ατζέντες ενός αριθμού εδραιωμένων παικτών.

Πηγή Δείτε ολόκληρη την Έρευνα
Μπορεί επίσης να σας αρέσει