Ευρωεκλογές 2019: Δύο ελέφαντες μέσα στο κοινό μας σπίτι

Του Άγγελου Σεριάτου, MPhil in Political Communication, University of Amsterdam

Όσοι μελετούν τις ευρωπαϊκές πολιτικές εξελίξεις συμφωνούν πως οι επερχόμενες εκλογές για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα ενισχύσουν σημαντικά τις λεγόμενες δυνάμεις της ακροδεξιάς. Όμως, παρά το γεγονός ότι τα ακροδεξιά κόμματα εκτιμάται ότι θα πετύχουν πολύ καλά αποτελέσματα, ιδίως στις χώρες που «δίνουν» τις περισσότερες έδρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Πολωνία), το σενάριο της πλατιάς ακροδεξιάς συμπαράταξης μοιάζει ιδιαιτέρως απίθανο γιατί στην πραγματικότητα οι διαφορές μεταξύ τους είναι σημαντικές όχι μόνο σε ιδεολογικό επίπεδο αλλά και σε σχέση με την ίδια την πολιτική της Ένωσης σε μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα. Για παράδειγμα, ενώ αυτά τα κόμματα τάσσονται ενιαία ενάντια στην ευρωπαϊκή ενοποίηση (οικονομικά και πολιτισμικά) και την μετανάστευση, στην πραγματικότητα δεν προτείνουν και κοινές λύσεις: Η ιταλική Lega Nord (ENF) προτείνει την λύση της «ποσόστωσης» στην κατανομή των προσφυγικών ροών, ενώ το ουγγρικό Fidesz (EPP) και το πολωνικό PiS (ECR) διαφωνούν απόλυτα στο να φιλοξενήσουν πρόσφυγες στο έδαφος τους. Επίσης, ενώ η Lega Nord προτείνει δημοσιονομική απειθαρχία σε σχέση με τους επιμέρους εθνικούς οικονομικούς στόχους που θέτει η Ε.Ε, το Γερμανικό AfD καταλογίζει μέρος της ευθύνης για την οικονομική κρίση στους απείθαρχους και «σπάταλους» νοτιοευρωπαίους. Παράλληλα, τα ακροδεξιά κόμματα που δρούνε στα όρια της πάλαι ποτέ ναζιστικής Γερμανίας, όπως το AfD και το αυστριακό FPO καταδικάζουν για ευνόητους λόγους τον αντισημιτισμό, τον οποίο αντίθετα χρησιμοποιούν στην ρητορική τους πολλά κόμματα της άκρας δεξιάς, προεξέχοντος αυτού της Le Pen (ENF). Τέλος, νεοναζιστικά κόμματα όπως η Χρυσή Αυγή και το ουγγρικό Jobbik πιθανότατα θα παραμείνουν εκτός ομαδοποιήσεων για ακόμα μια πενταετία. Βέβαια, ορισμένες ενοποιητικές διεργασίες που φαίνεται να εξελίσσονται αυτή την περίοδο (όπως η πρωτοβουλία «Movement» του πρώην στενού συνεργάτη του Donald Trump, την οποία οι περισσότερες ακροδεξιές δυνάμεις δεν βλέπουν αρνητικά) δεν αποκλείουν μια τέτοια εξέλιξη, αν και σαφώς οι πιθανότητες παραμένουν εξαιρετικά χαμηλές.

Το αποτύπωμα της επιτυχίας της ακροδεξιάς όμως δεν μπορεί να περιορίζεται σε στείρα αθροίσματα εδρών. Πολύ περισσότερο βέβαια η παρατηρούμενη άνοδος τέτοιων κομμάτων δεν μπορεί να συνδέεται γραμμικά με τις δυσχερείς για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα οικονομικές συνθήκες. Ενδεικτικό τούτου ότι ανάμεσα στις χώρες όπου εφαρμόστηκαν πολιτικές λιτότητας (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ισπανία και Κύπρος) μονάχα στη χώρα μας αναδείχθηκαν τέτοιου τύπου δυνάμεις (Χρυσή Αυγή και ΑΝΕΛ) και μάλιστα χωρίς συγκριτικά μεγάλη εκλογική απήχηση. Στην πραγματικότητα, πολύ πιο απτοί παράγοντες ευνοούν την άνοδο της ακροδεξιάς, σύμφωνα με την διεθνή εμπειρική μελέτη: Ο δευτερεύων χαρακτήρας των συγκεκριμένων εκλογών (second-order elections) ευνοεί την συσχέτιση της ψήφου με εθνικά και όχι ευρωπαϊκά ζητήματα (Weber, 2007) ή/και την χρήση της ψήφου ως μήνυμα δυσαρέσκειας απέναντι στις εγχώριες κυβερνήσεις (Van der Eijk, 2007). Μάλιστα, η ψήφος ως διαμαρτυρία είναι πιο συχνό φαινόμενο μεταξύ όσων δηλώνουν ευρωσκεπτικιστές (Hobolt, Spoon & Tilley, 2009), οι οποίοι και αποτελούν μεγάλο τμήμα της εκλογικής βάσης αυτών των κομμάτων. Τέλος, λόγω της σχετικά γενικευμένης αίσθησης ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι κάτι «απόμακρο» και ότι οι ευρωβουλευτές «δεν μπορούν να καθορίσουν τις πολιτικές της Ένωσης» (Clark, 2009), η επιλογή ενός ακραίου κόμματος στα πλαίσια αυτής της εκλογικής διαδικασίας, μοιάζει πως έχει μικρότερο προσωπικό κόστος από μια αντίστοιχη σε εθνικές κάλπες που, οδηγώντας πχ. σε σχηματισμό ακροδεξιάς κυβέρνησης (Χαλικιοπούλου, 2017).

Η ακροδεξιά λοιπόν πετυχαίνει μονάχα λόγω του χαλαρού χαρακτήρα της ψήφου των ευρωεκλογών; Η απάντηση είναι πως όχι. Οι ακροδεξιές δυνάμεις πετυχαίνουν και για έναν άλλο λόγο: Έχοντας αποστασιοποιηθεί από την ρητορική που θυμίζει το καταστροφικό για την Ευρώπη ναζιστικό παρελθόν και έχοντας αναπροσαρμόσει τα αφηγήματα τους, αξιοποιούν και ενισχύουν την ανασφάλεια που γεννάει η πυκνή στις μέρες μας επαφή με την «ετερότητα». Τα κόμματα τέτοιου τύπου προωθούν την «εθνική προτίμηση» έναντι της «εθνικής καθαρότητας» και μια μορφή εθνικισμού που δεν βασίζεται σε βιολογικά χαρακτηριστικά όπως παλαιότερα αλλά στην «υπεράσπιση» των φιλελεύθερων στοιχείων της εθνικής και ευρωπαϊκής ταυτότητας (civic nationalism). Παρουσιάζουν δηλαδή εαυτούς ως υπερασπιστές της ίδιας της φιλελεύθερης δημοκρατίας και των αξιών της (ανοχή στην διαφορετικότητα, πλουραλισμός κ.α) όχι απέναντι σε όσους με βιολογικό τρόπο διαφέρουν από «εμάς» αλλά απέναντι σε όσους δεν μοιράζονται τις παραπάνω πολιτισμικές αξίες μαζί μας. Δηλαδή, ενώ το κριτήριο ορισμού του «άλλου» αλλάζει, αυτός ο «άλλος» παραμένει ουσιαστικά ο ίδιος. Σε αντίθεση λοιπόν με τον ναζισμό ή τον φασισμό, η νέα ακροδεξιά χρησιμοποιεί πολιτισμικά (και όχι βιολογικά) κριτήρια, που εκ των πραγμάτων κινούνται σε πιο mainstream απόψεις γιατί ακριβώς σε θεωρητικό επίπεδο είναι «υπό συζήτηση», όπως ορίζει η ανεκτικότητα του δυτικού πολιτισμού. Έτσι, η συζήτηση γύρω από την ετερότητα μετατοπίζεται από την στενή σφαίρα της βιολογίας, στην σφαίρα της ιδεολογίας και του πολιτισμού. Και είναι αυτή η ουσιαστική επιτυχία των ακροδεξιών κομμάτων που τους επιτρέπει να διεισδύσουν σε πλατύτερα κοινωνικά στρώματα, ανταγωνιζόμενα τα πραγματικά φιλελεύθερα κόμματα. Και όταν κάποιο αφήγημα πετυχαίνει καλά αποτελέσματα στα πλαίσια του πολιτικού ανταγωνισμού -όπως αυτός διεξάγεται στις φιλελεύθερες δημοκρατίες- συχνά «αντιγράφεται» (μερικώς ή πιο συνολικά) ως επιτυχημένη συνταγή ακόμα και από κόμματα του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου, καθιστώντας έτσι τα όρια μεταξύ «mainstream» και «ακραίου» θολά. Ουσιαστικά δηλαδή τα ακροδεξιά κόμματα, καθοδηγώντας σε μεγάλο βαθμό τα θέματα της πολιτικής ατζέντας καθορίζουν και το πεδίο εντός του οποίου θα διεξαχθεί ο πολιτικός ανταγωνισμός στα πλαίσια ενός πολιτεύματος, με το οποίο δεν συμφωνούν από θέση αρχής.

Οι πολιτικοί αναλυτές συμφωνούν όμως και σε ένα δεύτερο στοιχείο σε σχέση με τις επερχόμενες ευρωεκλογές. Η καταγεγραμμένη αυξητική τάση για αποχή από την διαδικασία δεν θα αντιστραφεί. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ε.Ε η αποχή από τις εκλογές σταδιακά αυξάνεται. Ενδεικτικά το 1979 ήταν 38%, το 1999 έφτασε το 51% και το 2019 ενδέχεται να αγγίξει ή και να ξεπεράσει το 60%. Σύμφωνα με την διεθνή βιβλιογραφία η ζωηρότητα της κάλυψης της προεκλογικής περιόδου από τα ΜΜΕ, η ποιότητα των θεσμών, η αναλογικότητα των εκλογικών συστημάτων, η παραδοσιακή εγγύτητα προς την Ε.Ε και η υποχρεωτικότητα της ψήφου (macro-level) επηρεάζουν το αν τελικά οι ψηφοφόροι θα πειστούν να προσέλθουν στις κάλπες (Verba κ.α, 1976; de Vreese κ.α, 2006; Galpin & Trenz, 2018). Οι αριθμοί επιβεβαιώνουν με επαναλαμβανόμενο και σταθερό τρόπο ορισμένα από τα παραπάνω ευρήματα, καθώς η συμμετοχή στις ευρωεκλογές είναι υψηλότερη σε χώρες που η ψήφος είναι υποχρεωτική (πχ. Λουξεμβούργο, Βέλγιο, Μάλτα αλλά και Ελλάδα) και σχετικά υψηλή σε χώρες, στις οποίες η ψήφος δεν είναι υποχρεωτική αλλά η ένταξη τους στην Ένωση πραγματοποιήθηκε κατά τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας της (Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία). Παράλληλα, όπου η ψήφος δεν έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα και συνδυάζεται με μεταγενέστερη είσοδο στον θεσμό (βλ. Σλοβακία, Τσεχία, Πολωνία), η συμμετοχή δεν ξεπερνάει το 20%.

Η εμπειρική έρευνα όμως δείχνει πως ορισμένοι εκ των κρισιμότερων παραγόντων για την αποχή εντοπίζονται και στην ατομική αντίληψη του ψηφοφόρου (micro-level) σε σχέση με το κατά πόσο οι ίδιοι οι ευρωβουλευτές μπορούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις της Ε.Ε και/ή αν η ψήφος για ένα τόσο «μακρινό» και περίπλοκο σώμα έχει τελικά νόημα (Clark, 2009). Αποκαλυπτικό είναι ότι σύμφωνα με τον Παπακώστα (2009) αλλά και νεότερα στοιχεία από έρευνες της Ε.Ε (βλ. Eurobarometer 2018, Edition 3 & 4), περισσότεροι από τους μισούς Ευρωπαίους δηλώνουν ως λόγους αποχής από τις ευρωεκλογές την «μη επαρκή γνώση γύρω από τον ρόλο του Κοινοβουλίου», ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν απηχεί τις προσωπικές απόψεις» τους, καθώς και ότι «δεν αντιμετωπίζονται τα προβλήματα» που τους «αφορούν». Κοινός παρανομαστής των παραπάνω μοιάζει να είναι η «ματαιότητα» της ψήφου στις ευρωεκλογές, την οποία οι φιλελεύθερες δυνάμεις πρέπει να λάβουν υπόψη και να αντιμετωπίσουν με ριζικές και πραγματικά καινοτόμες θεσμικές πρωτοβουλίες σε μια κατεύθυνση εμβάθυνσης της δημοκρατίας, ιδίως γνωρίζοντας πως η ακροδεξιά δυστυχώς δεν δείχνει να αγγίζει ακόμα εκλογική «οροφή».

Μπορεί επίσης να σας αρέσει