Μέσα από τα κίτρινα γιλέκα: Ο Θυμός και το Τέρας

Του Άγγελου Σεριάτου, MPhil in Political Communication, University of Amsterdam

1193 σφαίρες από καουτσούκ, 1040 χειροβομβίδες κρότου λάμψης, 340 χειροβομβίδες με 25γρ TNT, 630 συλλήψεις, 112 πυρπολημένα οχήματα, 263 τραυματισμοί. Σε μία ημέρα, σε μία διαδήλωση. Στο Παρίσι το 2018. Αριθμοί που φυσικά σε τίποτα δεν θυμίζουν το πανηγυρικό κλίμα της εκλογής Μακρόν στην γαλλική προεδρία περίπου 17 μήνες νωρίτερα. Η εξέλιξη αυτή όμως δεν πρέπει να εκπλήσσει κατά κανένα τρόπο, παρά μόνο αυτούς που με παιδική αφέλεια δεν έβλεπαν πίσω από τα νούμερα τις υπό διαμόρφωση αξίες, τα συναισθήματα, μα και κυρίως την πραγματική οικονομία.

Οι γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2017 αναμφισβήτητα αποτέλεσαν έναν πολιτικό σεισμό μεγατόνων, αναδιαμορφώνοντας ριζικά τον πολιτικό χάρτη της χώρας: το κλασσικό διπολικό γαλλικό σύστημα, με βάση την ιστορικά βαθιά ριζωμένη διαιρετική τομή «αριστερά – δεξιά», κατέρρευσε και επίσημα. Οι δύο πόλοι του παλαιού συστήματος, δηλαδή το κεντροαριστερό σοσιαλιστικό κόμμα (SP) και το κεντροδεξιό συντηρητικό κόμμα (UMP και το διάδοχο αυτού LR) συμπιέστηκαν τρομακτικά, μη καταφέρνοντας να περάσουν καν στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών. Σ’ έναν δεύτερο γύρο, στον οποίο συναντήθηκε ο μετριοπαθής και ανεξάρτητος υποψήφιος Εμμανουέλ Μακρόν και η ηγέτιδα του εθνικιστικού RN, Μαρίν Λε Πέν, αφήνοντας εκτός με διαφορά 1,5% τον ηγέτη της ριζοσπαστικής αριστεράς (FI) Ζαν-Λυκ Μελανσόν. Τι συνδέει όμως τους τρείς τόσο διαφορετικούς υποψηφίους που συγκέντρωσαν αθροιστικά περίπου το 65% των ψήφων; Ο αντισυστημικός τους -έστω ρητορικά- χαρακτήρας. Και οι τρείς υποψήφιοι και για ανόμοιους εντελώς λόγους ενσάρκωσαν το διαφορετικό απέναντι στις επιλογές της παρακμάζουσας γαλλικής πολιτικής ελίτ. Όμως, δεν ήταν μόνο αυτό. Η θυμική διάσταση της ψήφου καλώς ή κακώς διεκδικεί σημαίνοντα ρόλο στις εκλογικές προτιμήσεις των ψηφοφόρων εντός πολιτικών συστημάτων που χαρακτηρίζονται από πολιτική ρευστότητα, όπως αυτό της Γαλλίας: O φόβος και ο θυμός κυριάρχησαν στο γαλλικό πληθυσμό τα τελευταία χρόνια. Φόβος και θυμός απέναντι στο θρησκευτικό εξτρεμισμό αλλά και την ξενοφοβική εθνοκεντρική αναδίπλωση. Φόβος και θυμός απέναντι στις ελίτ που ματαίωσαν τις προσδοκίες της οικονομικής ευημερίας, της εμβάθυνσης της δημοκρατίας και της καταπολέμησης της διαφθοράς. Και ο κάθε υποψήφιος, με το δικό του φυσικά αφήγημα, επιχείρησε να ταυτιστεί θυμικά με το εκλογικό σώμα. Στο τέλος, ο φόβος μιας νίκης του σκοταδισμού απέναντι στη Γαλλία του φωτός νίκησε το θυμό. Αλλά προσωρινά.

Στην πραγματικότητα, μοιάζει πως ο Μακρόν βρέθηκε στη προεδρική θέση κυρίαρχα λόγω μιας ευνοϊκής για αυτόν αλληλουχίας γεγονότων: Πρώτον, η εσωκομματική διαμάχη στο σοσιαλιστικό κόμμα μεταξύ αριστερής και μεταρρυθμιστικής πτέρυγας, οδήγησε μεγάλο τμήμα μετριοπαθών κεντρώων ψηφοφόρων σε στήριξη της υποψηφιότητας του. Δεύτερον, η προσπάθεια αναχαίτισης της δυναμικής της Λε Πεν από τη μεριά του ρεπουμπλικανικού κόμματος, με την υποστήριξη του αρκετά συντηρητικού υποψηφίου Φιγιόν, ο οποίος παράλληλα φέρεται να εμπλέκεται σε οικονομικά σκάνδαλά, έστρεψε πολλούς κεντροδεξιούς και κοινωνικά φιλελεύθερους ψηφοφόρους στον φιλόδοξο Μακρόν. Τέλος, όπως έδειχναν όλες οι δημοσκοπήσεις, το παιχνίδι κατάληψης της γαλλικής προεδρίας θα παρέμενε σχετικά ανοιχτό μέχρι και την τελευταία στιγμή, αν ο νυν πρόεδρος αντιμετώπιζε στο δεύτερο γύρο τον Φιγιόν ή τον Μελανσόν, ενώ αντίθετα θα επικρατούσε με άνεση μόνο αν αυτή που κατόρθωνε να τον ακολουθήσει στον καθοριστικό τελευταίο γύρο ήταν η Λε Πεν, σενάριο που επιβεβαιώθηκε κυριολεκτικά στο νήμα, για λίγες χιλιάδες ψήφους.

Η τύχη βέβαια ευνοεί τους τολμηρούς. Και ο πολιτικός λόγος του Μακρόν ήταν τέτοιος, που του εξασφάλισε ένα μήνα μετά την εκλογή του ποσοστά δημοτικότητας της τάξης του 53%. Ο Μακρόν όμως, ενώ αφενός, όντως ενσάρκωσε για πολλούς Γάλλους το διαφορετικό αλλά και το φόβο απέναντι σε μια πιθανή εθνοκεντρική αναδίπλωση, στη πραγματικότητα δεν κατόρθωσε ποτέ να αποτελέσει εκείνη την διαφορετική προωθητική επιλογή μεγάλης εμβέλειας που θα άμβλυνε τον διευρυμένο θυμό, που όπως υπογραμμίστηκε νωρίτερα καλλιεργήθηκε κυρίαρχα από την σχεδόν ατέρμονη ματαίωση της προσδοκίας για οικονομική ευμάρεια, δημοκρατική εμβάθυνση και καταπολέμηση της διαφθοράς. H εκλογή του «νέου» Μακρόν, με τη στήριξη όμως τμημάτων του «παλαιού» (όπως αυτή ενσαρκώνεται για παράδειγμα στον πρώην πρωθυπουργό Ντομινίκ Ντε Βιλπέν), καθώς και η ίδια η διαχείριση της εξουσίας, δείχνουν να τον μετατρέπουν στα μάτια της κοινής γνώμης σε «γρανάζι» του συστήματος, καθώς η μεταρρυθμιστική του ατζέντα δεν έλυσε ποτέ τα ζητήματα εκείνα που προκάλεσαν τον θυμό, αγγίζοντας πλέον ποσοστά δημοτικότητας της τάξης του 22%. Γιατί ο φόβος προσωρινά νικήθηκε. Ο θυμός;

Ο θυμός όχι. Δεν νικήθηκε ποτέ, ιδίως στη γαλλική περιφέρεια, καθώς η αναγκαιότητα υιοθέτησης της μεταϋλιστικής ατζέντας του Μακρόν κατανοείται -αλλά και εφαρμόζεται με οικονομικά βιώσιμο τρόπο- μονάχα στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, προεξέχοντος του λαμπερού Παρισιού. Γιατί στην πραγματικότητα η αύξηση του φόρου στα καύσιμα, και άρα η συνολική αύξηση της τιμής τους, έγινε στο όνομα της μετάβασης σε πιο φιλικές μορφές ενέργειας, επιχειρώντας τον περιορισμό της χρήσης πετρελαίου. Αυτή όμως η επιλογή (χωρίς πχ. εξαιρέσεις με κοινωνικά κριτήρια) δεν επηρέασε σημαντικά τους σχετικά πιο εύπορους παριζιάνους (που έτσι κι αλλιώς μετακινούνται ως επί το πλείστον με τα ΜΜΜ) αλλά -όπως επιβεβαιώνουν και οι μετρήσεις σχετικά με το προφίλ των «κίτρινων γιλέκων» (gilets jaunes)- τους αγρότες, τους ανέργους και άλλους επαγγελματίες που λόγω της εντεινόμενης ερημοποίησης της γαλλικής υπαίθρου ξοδεύουν μεγάλο τμήμα των όχι τόσο μεγάλων εσόδων τους σε καύσιμα, τα οποία θα τους οδηγήσουν πιο κοντά στις επαγγελματικές ευκαιρίες, δηλαδή τις μεγάλες πόλεις. Δηλωτικό είναι πως η πλειοψηφία των πιο ενεργών διαδηλωτών προέρχονται από κωμοπόλεις και χωριά ημιαστικού ή αγροτικού χαρακτήρα έως 100.000 κατοίκων. Και το πιο ανησυχητικό για την προεδρία Μακρόν είναι όχι μόνο η εμβέλεια του θυμού αλλά και η κατανόηση του από πλατιά κοινωνικά στρώματα, αφού παρά τον βίαιο συχνά χαρακτήρα που παίρνουν οι διαδηλώσεις του κινήματος, τα λεγόμενα «κίτρινα γιλέκα» υποστηρίζονται ενεργά (με φυσική παρουσία ή/και μέσω διαδικτύου) ή έχουν την απόλυτη κατανόηση από περίπου 8 στους 10 γάλλους. Η πλειοψηφία όσων ψήφισαν τη Λε Πεν (66%) και περίπου 1 στους 2 ψηφοφόρους του Μελανσόν στηρίζουν ενεργά το κίνημα, ενώ και το αντίστοιχο ποσοστό μεταξύ των ψηφοφόρων του Μακρόν φτάνει το 26%. Παράλληλα σχεδόν 1 στους 2 όσων στηρίζουν ενεργά το κίνημα, αναφέρει αυθόρμητα ως λόγο κινητοποίησης ζητήματα που συνδέονται με την οικονομία, όπως η φορολογία, το πάγωμα των μισθών κ.α. Τέλος, η δεύτερη σε συχνότητα (63%) αιτία που αναφέρεται είναι ότι «αυτοί που κυβερνάνε δεν τους αντιπροσωπεύουν και/ή δεν τους ακούνε». Και εδώ είναι ακριβώς που ο Μακρόν πρέπει να δείξει πολιτική γενναιότητα και όχι πολιτική πυγμή, και να αφουγκραστεί τη γαλλική ύπαιθρο, τους διαδηλωτές και το θυμό και να προχωρήσει ακόμα και σε αναθεώρηση του μέτρου αύξησης των καυσίμων αν αυτό κριθεί αναγκαίο. Αλλά και να πάει ένα βήμα παραπέρα, συζητώντας με τους «θυμωμένους» διαδηλωτές και άλλα ζητήματα που τους αφορούν. Να τους ακούσει πραγματικά δηλαδή.

Τι μοιάζει εν τέλει ως πιθανό σημείο αναφοράς ελπιδοφόρων εξελίξεων σε ένα γαλλικό πολιτικό σύστημα που συνταράσσεται συθέμελα; Σε επίπεδο προσώπων, από μια λίστα 35 πολιτικών, καμία απολύτως δεν συγκεντρώνει περισσότερες θετικές παρά αρνητικές κρίσεις (με εξαίρεση τον Νικολά Ουλό, έναν προοδευτικό οικολόγο ακτιβιστή που διετέλεσε υπουργός Οικολογικής Μετάβασης έως τον περασμένο Αύγουστο στη κυβέρνηση Μακρόν, όταν και παραιτήθηκε «ελλείψει ικανής προόδου σε ζητήματα οικολογίας»), ενώ σχεδόν οι μισοί γάλλοι θεωρούν πως τα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα δεν τους εκφράζουν. Και αυτά είναι πολύ άσχημα νέα για τη γαλλική δημοκρατία αλλά και για την ίδια τελικά την Ευρώπη. Τα αιτήματα για κοινωνικά δίκαιη οικονομική ανάπτυξη, εμβάθυνση της δημοκρατίας χωρίς αστερίσκους και πάταξη της διαφθοράς μοιάζει πλέον ότι μπαίνουν με όρους επιτακτικούς σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και πρέπει να αποτελέσουν το κεντρικό σημείο αναφοράς των πολιτικών ελίτ. Γιατί το τέρας πλησιάζει απειλητικά. Και ο θυμός το τρέφει.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει