Στο δικό της γήπεδο

Του Γιάννη Κωνσταντινίδη, Επίκουρου Καθηγητή Πανεπιστημίου Μακεδονίας και Επιστημονικού Διευθυντή της Prorata

Η εβδομάδα που πέρασε έφερε το εκλογικό παιχνίδι στο γαλάζιο γήπεδο. Οι εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ το προηγούμενο Σάββατο έδωσαν το κεντρικό ερέθισμα της δημόσιας συζήτησης για την πολιτική και, ίσως το σημαντικότερο, έδωσαν την ευκαιρία στη Νέα Δημοκρατία να αντικρούσει τη μάλλον παγιωμένη κατηγορία σε βάρος της ότι καταδικάζει την κυβερνητική πολιτική χωρίς να προτείνει τις δικές της λύσεις. Πώς όμως αξιολογήθηκαν ως προς τη σημαντικότητά τους και την εφικτότητά τους οι εξαγγελίες της ΝΔ; Και πόσο άλλαξαν την εικόνα της ως στεγνής αντιπολίτευσης που περιμένει απλώς τη φθορά του αντιπάλου της;

Η τελευταία έρευνα της Prorata αποτυπώνει θετικές ενδείξεις για τη ΝΔ, καθώς το σύνολο των εξαγγελιών της –και ακόμα περισσότερο όλες εκείνες που αναφέρονταν σε μειώσεις φόρων– δηλώνονται ως σημαντικές από το 70% και πλέον των ψηφοφόρων. Το ποσοστό εκείνων που τις αξιολογούν ως εφικτές πέφτει περίπου στο 50%, με μόλις το 15%-20% να τις θεωρούν βέβαιες, όμως και πάλι το ποσοστό είναι σημαντικά υψηλότερο αυτού που συγκέντρωσαν στο ερώτημα της εφικτότητας οι αντίστοιχες εξαγγελίες του Πρωθυπουργού μια εβδομάδα πριν. Τα υψηλά επίπεδα σημαντικότητας και εφικτότητας των εξαγγελιών μιας οποιασδήποτε αντιπολίτευσης έχουν μικρότερη εκλογική σημασία από αυτήν που θα είχαν τα αντίστοιχα των εξαγγελιών μιας οποιασδήποτε κυβέρνησης, καθώς δε συνιστούν παρά στιγμιαίες ελπίδες που δεν είναι υλοποιήσιμες παρά μόνο μετά από την ανάληψη καθηκόντων από την αντιπολίτευση. Όμως από την άλλη πλευρά, τα χαμηλά ποσοστά εφικτότητας των εξαγγελιών μιας κυβέρνησης κάνουν υψηλό τον κίνδυνο της ματαίωσης των προσδοκιών και μάλιστα προ της κάλπης. Αυτό το αδύνατο σημείο της κυβέρνησης μοιάζει πιο κρίσιμο για τις πολιτικές εξελίξεις από την όποια δημοτικότητα των μέτρων που ανακοίνωσε η αξιωματική αντιπολίτευση στη ΔΕΘ.

Ωστόσο, δεν είναι αμελητέα η επιτυχία της ΝΔ να μεταβάλει –με την ευκαιρία της ομιλίας του Κυριάκου Μητσοτάκη– την εικόνα του κόμματος που «καταδικάζει και δεν προτείνει». Το ποσοστό εκείνων που αναγνωρίζουν σήμερα στον πολιτικό λόγο της ΝΔ προτάσεις για την αυριανή διακυβέρνηση της χώρας υπό τη ΝΔ φτάνει στο 35% (και είναι φυσικά πολύ υψηλότερο μεταξύ όσων προτίθενται να ψηφίσουν ΝΔ, αλλά και Κίνημα Αλλαγής), ενώ το ποσοστό εκείνων που αναγνωρίσουν μόνο αρνητικές κριτικές για τη σημερινή κυβέρνηση φτάνει στο 38% (και είναι φυσικά πολύ υψηλότερο μεταξύ όσων προτίθενται να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ). Παρότι ισοδύναμα τα δύο ποσοστά, πρέπει να σημειωθεί ότι η εικόνα της ΝΔ ως παραγωγού θετικού πολιτικού λόγου εμφανίζεται βελτιωμένη σε σχέση με αυτήν που προέκυπτε από αντίστοιχες μετρήσεις πριν από τη ΔΕΘ.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, στην τρέχουσα τουλάχιστον συγκυρία, η ΝΔ μοιάζει να κερδίζει και τον αγώνα του κεντρικού προγραμματικού διακυβεύματος: η αντιπαράθεση μεταξύ της χαμηλής φορολόγησης και της μείωσης των κοινωνικών παροχών, από τη μία, και της υψηλής φορολόγησης και της διατήρησης των κοινωνικών παροχών, από την άλλη, τοποθετείται από τη ΝΔ στο κέντρο του προγραμματικού της προφίλ. Η αντιπαράθεση αυτή αποτυπώνεται στην έρευνα της Prorata ως εκείνη που θα ενεργοποιούσε εντονότερα έναν ψηφοφόρο υπέρ κάποιου κόμματος, ενώ οι τοποθετήσεις της απόλυτης πλειοψηφίας (56% έναντι 21%) υπέρ της χαμηλής φορολόγησης και της μείωσης των κοινωνικών παροχών δείχνουν ότι η ΝΔ θα μπορούσε να εξασφαλίσει σημαντικό προβάδισμα, αν πετύχαινε να επιβάλει το συγκεκριμένο προγραμματικό δίλημμα στον δρόμο για τις κάλπες.

Φυσικά, σε έναν εκλογικό αγώνα, όπως και σε έναν ποδοσφαιρικό, δεν παίζει μόνο ένας και έτσι ο ρυθμός του παιχνιδιού μπορεί να αλλάξει από τη μια στιγμή στην άλλη. Το σίγουρο είναι ότι την εβδομάδα που πέρασε, η ΝΔ –παίζοντας στο δικό της γήπεδο– επέβαλε και το δικό της παιχνίδι. Ο γηπεδούχος έχει συνήθως το πλεονέκτημα και η κλήρωση της ΔΕΘ, η οποία έφερε το δεύτερο παιχνίδι στην έδρα της ΝΔ, τη βοήθησε στην τελική διαμόρφωση του σκορ, όπως και σε κάθε ομάδα που παίζει τη ρεβάνς στην έδρα της. Τα επόμενα γήπεδα δε θα οριστούν με κλήρωση ωστόσο, αλλά θα διεκδικηθούν. Η μάχη του γηπέδου λοιπόν.

Πηγή Δείτε ολόκληρη την Έρευνα
Μπορεί επίσης να σας αρέσει