Οι ψήφοι του φόβου και του θυμού

Του Παύλου Βασιλόπουλου, Ερευνητή και Διδάσκοντα στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού (SciencesPo)

Η αντίληψη ότι τα συναισθήματα βρίσκονται σε αντίθεση με τη λογική είναι εδραιωμένη για αιώνες στη Δυτική φιλοσοφική σκέψη. Σύμφωνα με αυτή την παράδοση, τα συναισθήματά μας βασίζονται σε ενστικτώδεις ορμές και εμποδίζουν τη λήψη ορθολογικών αποφάσεων σε μια σειρά από τομείς και ειδικότερα στη λήψη πολιτικών αποφάσεων. Αυτή η αντίληψη θεωρεί την ψήφο μια απόφαση που κατεξοχήν οφείλει να λαμβάνεται εκτός συναισθηματικών πλαισίων. Μια ορθή πολιτική επιλογή για ένα ζήτημα απαιτεί συλλογή πληροφοριών γύρω από το θέμα, την ψύχραιμη αξιολόγηση των επιχειρημάτωναναφορικά με τις πολιτικές που προτείνονται για το ζήτημα, και εν τέλει την απόφαση για το ποια πολιτική είναι βέλτιστη στην αντιμετώπιση του ζητήματος στη βάση της ορθότητας των επιχειρημάτων αυτών. Πολλοί θεωρούν ότι τα συναισθήματα μας μάς εμποδίζουν να ακολουθήσουμε αυτή τη διαδικασία: μας καθιστούν μη ρεαλιστές, ανερμάτιστους και χειραγωγήσιμους από κάθε ιδεολογικής απόχρωσης λαϊκιστές και δημαγωγούς. Εν συντομία, σύμφωνα με την μέχρι πρότινος κυρίαρχη αφήγηση στις κοινωνικές επιστήμες, τα συναισθήματαμάς μετατρέπουν σε μη-ορθολογικούς λήπτες αποφάσεων.

Αυτή η ιδέα είχε αποτρέψει τη μελέτη των συναισθημάτων στην πολιτική συμπεριφορά για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα που φτάνει χρονικά έως τις αρχές του αιώνα που διανύουμε. Τα συναισθήματα θεωρούνταν αδύνατον να μετρηθούν εμπειρικά, βρισκόμενα εκτός της γνωστικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων, και δρώντας παραμορφωτικά ως προς τη λογική που θα έπρεπε να διακατέχει τους εκλογείς. Αυτή η αντίληψη μάλιστα οδήγησε σταδιακά στην ιδέα ότι αυτή η συναισθηματική αλλοίωση στη λογική θα εξαλειφόταν όσο θα κινούμασταν ολοένα και περισσότερο προς κοινωνίες βασισμένες στην εκπαίδευση και τη γνώση, όπου τα συναισθήματα δεν θα είχαν πια θέση.

Αυτή η ιδέα σταδιακά άρχισε να χάνει έδαφος με τις πρώτες επαναστατικές ανακαλύψεις της νευροεπιστήμης, στις δεκαετίες του 1980 και του 1990, γύρω από τα συναισθήματα και το ρόλο τους στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Σήμερα γνωρίζουμε ότι τα συναισθήματα τις περισσότερες φορές δεν αναπτύσσονται παράλληλα αλλάπροηγούνται της ανθρώπινης συνείδησης (και συνεπώς η κλασική θεωρητική διάκριση μεταξύ λογικής και συναισθήματος καθίσταται προβληματική), ενώ κάποια συναισθήματα όπως το άγχοςενισχύουν αντί να λειτουργούν αρνητικάστην ορθολογικότητα. Αυτά τα ευρήματα έδωσαν έναυσμα για τη συστηματική καταγραφή, μέτρηση, και θεωρητικοποίηση της επίδρασης διαφορετικών συναισθηματικών αντιδράσεωνστον τομέα της πολιτικής συμπεριφοράς, με τη θεωρία της Συναισθηματικής Νοημοσύνης των G.E. Marcus, M. Mackuen και R. Neuman[1]να αποτελεί το σημείο αναφοράς στον πρώιμο διάλογο ανάμεσα στη νευροεπιστήμη, την ψυχολογία, και τις πολιτικές επιστήμες.

Σήμερα διαθέτουμε στοιχεία από δεκάδες μελέτες για τον αντίκτυπο των συναισθημάτων στον τρόπο που ψηφίζουμε, διαμορφώνουμε πολιτικές απόψεις, αποκτούμε πολιτικές πληροφορίες αλλά και συμμετέχουμε στις εκλογές ή σε άλλες πολιτικές δραστηριότητες. Οι συναισθηματικές αντιδράσεις των πολιτών κατά περιόδους στις οποίες η αίσθηση της απειλής είναι αυξημένη, όπως κατά τη διάρκεια μιας οικονομικής κρίσης ή μιας τρομοκρατικής επίθεσης, εξηγούν σε σημαντικό βαθμός τις γρήγορες και συχνά ραγδαίες μετατοπίσεις της κοινής γνώμης. Δύο συναισθήματα βιώνονται έντονα και δρουν καθοριστικά σε τέτοιες περιόδους: ο φόβος και ο θυμός. Τα συναισθήματα αυτά προκαλούνται συχνά ταυτόχρονα από το ίδιο ερέθισμα αλλά επιδρούν με αντιθετικό τρόπο στην πολιτική συμπεριφορά.

Ο φόβος ενισχύει τη συλλογή πληροφοριών γύρω από την απειλή και ενισχύει το ρόλο των νέο-αποκτηθεισών πληροφοριών στη λήψη αποφάσεων, καθιστώντας πιθανότερη την αλλαγή στάσης πάνω σε ζητήματα ακόμα και σε αυτά που ο πολίτης μπορεί να έχει κατασταλαγμένες και μακροχρόνιες πολιτικές απόψεις. Συνεπώς λειτουργεί ενισχυτικά προς την αλλαγή στάσεων της κοινής γνώμηςυπό το φως νέων πληροφοριών,κατά έναν τρόπο που παραπέμπει ευθέως στο υπόδειγμα ορθολογικής συμπεριφοράς. Παράλληλα, ο φόβος καθιστά πιο πιθανό τον ενστερνισμό πολιτικών προτάσεων που δεν ενέχουν ρίσκο. Ταυτόχρονα, λειτουργεί συχνά (αλλά όχι πάντα) αποτρεπτικά στην πολιτική συμμετοχή. Ο θυμός αντίθετα μειώνει την τάση για συλλογή νέων πληροφοριών και ενισχύει το ρόλο των ιδεολογικών και αξιακών προδιαθέσεων στο σχηματισμό πολιτικής γνώμης. Κατά συνέπεια ο θυμός μειώνει την πιθανότητα αλλαγής πολιτικών στάσεων ακόμα και σε περιπτώσεις στις οποίες ένας υπερβολικός αριθμός δεδομένων δείχνει προς την αντίθετη κατεύθυνση των πολιτικών επιλογών του εκλογέα. Ταυτόχρονα, πέρα από την πόλωση μέσω της ενίσχυσης των ήδη σχηματισμένων πολιτικών απόψεων, ο θυμός σχετίζεται και με την ενίσχυση επιθετικών, τιμωρητικών και κινδυνωδών πολιτικών και υποψηφίων, όπως είναι π.χ. οι ακροδεξιοί υποψήφιοι. Επιπρόσθετα, ενισχύει σημαντικά όλες τις μορφές πολιτικής συμμετοχής, ακόμα και αυτές που ενέχουν σημαντικό χρονικό κόστος, όπως είναι για παράδειγμα η συμμετοχή σε μια διαδήλωση.

Τα ευρήματα της έρευνας της Prorata δείχνουν ότι οι Έλληνες μετά από επτά χρόνια λιτότητας και κρίσης βιώνουν έντονο φόβο (3.5 κατά μέσο όρο σε μια κλίμακα που κυμαίνεται από το 1 στο 5) και ακόμα εντονότερο θυμό (4 κατά μέσο όρο στην αντίστοιχη κλίμακα). Αυτό το έντονο κλίμα θυμού μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα μια σειρά από συμπεριφορές που χαρακτήρισαν την πολιτική ζωή στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια:

·     (α) την απότομη μαζική συμμετοχή που εκφράστηκε κυρίως στις διαδηλώσεις ενάντια στη λιτότητα αλλά και στο κίνημα των αγανακτισμένων.

·     (β) Τη ραγδαία άνοδο ενός ναζιστικού κόμματος που παρότι ακολουθούσε ακραία αυταρχικές και βίαιες πρακτικές, συνέχιζε να ενισχύεται ακόμα και στο φως των ραγδαίων αποκαλύψεων για την εγκληματική δράση των μελών του.

·     (γ) Την επικράτηση του «Όχι» στο δημοψήφισμα παρά το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης συντασσόταν με την αντίθετη άποψη.

Πώς σχετίζονται τα συναισθήματά μας όμως με τις σημερινές μας πολιτικές επιλογές; Τα γραφήματα 1 και 2 -θυμού και φόβου- παρουσιάζουν τη συσχέτιση των δύο αυτών συναισθημάτων με την πιθανότητα ψήφου για τα έξι μεγαλύτερα κόμματα της χώρας, ανεξάρτητα από την επίδραση δημογραφικών μεταβλητών. Όπως αποτυπώνεται στο πρώτο γράφημα, το αυξημένο αίσθημα φόβου συσχετίζεται με ψήφο στη Νέα Δημοκρατία. Αντίθετα οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζονται σαφώς λιγότερο φοβισμένοι, ενώ ο φόβος δεν σχετίζεται με αλλαγή στην πιθανότητα ψήφου για κανένα από τα υπόλοιπα κόμματα, συμπεριλαμβανομένης της Χρυσής Αυγής. Προχωρώντας στο δεύτερο γράφημα, διαπιστώνουμε μα αντίστοιχη συσχέτιση μεταξύ θυμού και εκλογικής προτίμησης: Οι πιθανοί ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζονται σαφώς λιγότερο οργισμένοι σε σχέση με αυτούς που θα ψήφιζαν το κόμμα της αξιωματικής αν γίνονταν σήμερα εκλογές. Ταυτόχρονα, σε αντίθεση με τον φόβο που δεν έχει καμία επίδραση στην πιθανότητα ψήφου της Χρυσής Αυγής, ο θυμός λειτουργεί ενισχυτικά, ένα εύρημα που επιβεβαιώνει προηγούμενες έρευνες για τις περιπτώσεις της Γαλλίας, της Αυστρίας αλλά και των ΗΠΑ.

 [1]Marcus, G. E., Neuman, W. R., & MacKuen, M. (2000). Affective intelligence and political judgment. University of Chicago Press.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει