Τα διευρυμένα όρια της ανεκτικότητας απέναντι στον ακραίο συντηρητισμό και το απροσπέλαστο τείχος της Δημοκρατίας

Δείτε τι απάντησε η βάση του "ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΟΥ" της Prorata στην ηλεκτρονική έρευνα

Του Άγγελου Σεριάτου, Υπεύθυνου Πολιτικών Ερευνών της Prorata

 

Στην ενδεχομένως ιστορικότερη δίκη ναζιστών μετά από αυτήν που διεξήχθη στη Νυρεμβέργη το 1945, η Χρυσή Αυγή καταδικάστηκε στις 7 Οκτωβρίου του 2020 ως εγκληματική οργάνωση, που δρούσε υπό το μανδύα πολιτικού κόμματος, ενώ τα ηγετικά της στελέχη κρίθηκαν ένοχα για ένταξη και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης. Παράλληλα, και άλλα, χαμηλότερα στην ιεραρχία, στελέχη της οργάνωσης, καταδικάστηκαν για τις επιθέσεις εναντίον Αιγύπτιων αλιεργατών τον Ιούνιο του 2012, την δολοφονική επίθεση σε συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ τον Σεπτέμβριο του 2013 και την δολοφονία του μουσικού Παύλου Φύσσα λίγες μέρες αργότερα.

Πως όμως υποδέχτηκε η κοινωνία την απόφαση της Δικαιοσύνης; Ποιοι εκτιμάται ότι συνέβαλλαν στην θεσμική καταδίκη του νεοναζιστικού κόμματος; Ποια είναι τα όρια της ανοχής απέναντι στην ακροδεξιά;

Σύμφωνα με τα ευρήματα της πανελλαδικής έρευνας που διεξήγαγε η Prorata, η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας (83%) έμεινε αρκετά ή απόλυτα ικανοποιημένη από την απόφαση του δικαστηρίου, ενώ η μεγαλύτερη μερίδα όσων έμειναν ανικανοποίητοι προέρχεται από τον ευρύτερο χώρο της δεξιάς και της άκρας δεξιάς. Η ελληνική Δικαιοσύνη αλλά και η τιτάνια προσωπική μάχη της Μάγδας Φύσσα για δικαίωση αποτελούν, σύμφωνα με την κοινή γνώμη, τους δύο παράγοντες εκείνους που συνέβαλλαν καταλυτικότερα στην καταδίκη της εγκληματικής οργάνωσης, ενώ δευτερευόντως ο κοινωνικοπολιτικός κλοιός που σταδιακά οικοδομήθηκε από το αντιφασιστικό κίνημα αλλά και η στάση των πολιτικών κομμάτων.

Ωστόσο, η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας δεν μοιάζει καθησυχασμένη αλλά αντίθετα εξαιρετικά επιφυλακτική απέναντι σε ορισμένες φωνές που διατρανώνουν πως η καταδίκη των νεοναζί οδήγησε και στην ολοκληρωτική ήττα των ιδεών τους. Ενδεικτικό τούτου, ότι το 76% συνεχίζει να διατηρεί την άποψη πως ο κίνδυνος της  φασιστικής απειλής δεν παρήλθε οριστικά, με τους φόβους να παρουσιάζουν μεγαλύτερη ένταση, μεταξύ όσων αυτοτοποθετούνται στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο.

Πως, ωστόσο, πιστεύει η κοινή γνώμη ότι θα συμπεριφερθούν όσοι και όσες υποστηρίζουν ακόμα και σήμερα την Χρυσή Αυγή; Η μεγαλύτερη μερίδα της κοινωνίας (43%) εκτιμάει ότι οι υποστηριχτές της εγκληματικής οργάνωσης θα στηρίξουν στις επόμενες εκλογές κάποιον σχηματισμό της ακροδεξιάς, το 23% την Ελληνική Λύση, ενώ το 21% τη Νέα Δημοκρατία.

Το πιο ανησυχητικό εύρημα ωστόσο είναι αυτό που αποκαλύπτει τα πραγματικά όρια της ανεκτικότητας απέναντι στο ενδεχόμενο εμφάνισης μιας «σοβαρής» και ενταγμένης στο ισχύον θεσμικό πλαίσιο Χρυσής Αυγής: το 21% της κοινής γνώμης διατηρεί την άποψη ότι αν η νεοναζιστική οργάνωση επέλεγε να μείνει προσηλωμένη στο πολιτικό της πρόγραμμα, μακριά από έκνομες, εγκληματικές πράξεις, ενδεχομένως, να ήταν ένα χρήσιμο για την κοινωνία πολιτικό κόμμα. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που προκύπτει, ωστόσο, ως προς την σκιαγράφηση του προφίλ όσων συμφωνούν με την παραπάνω άποψη, είναι αναμφίβολα ποιοτικό: η πλειοψηφία όσων διατηρούν τη συγκεκριμένη άποψη, προέρχεται από την ευρύτερη πολιτική μήτρα  της δεξιάς. Ενδεικτικά, 4 στους 10 όσων τοποθετούνται στα δεξιά του πολιτικού φάσματος πιστεύουν ότι ένα, παρόμοιου τύπου, κόμμα που θα σέβονταν τα υφιστάμενα θεσμικά όρια, θα μπορούσε να είναι ένας κοινωνικά χρήσιμος κομματικός σχηματισμός. Φυσικά, τα παραπάνω στοιχεία είναι αποκαλυπτικά, όχι μόνο ως προς την ύπαρξη μιας ποσοτικά ορατής κοινωνικά μερίδας που συνεχίζει να έλκεται ανοιχτά από ακραία συντηρητικές και αυταρχικές ιδέες (αυτό άλλωστε είναι ερευνητικά επιβεβαιωμένο εδώ και δεκαετίες) αλλά και ως προς την αποτύπωση της απόγνωσης μιας άλλης μερίδας πολιτών, η οποία έχει οδηγηθεί στην υιοθέτηση μιας στάσης, όπου το ιδεολογικό υπόβαθρο ενός κόμματος έρχεται σε δεύτερο πλάνο μπροστά στην προσδοκία να επιλυθούν ορισμένα σημαντικά, κατά την κρίση της, ζητήματα. Φυσικά, υπό μια προϋπόθεση: αυτό να μην συμβαίνει με τρόπο που ξεπερνάει κάποιες εμπεδωμένες πανανθρώπινα «κόκκινες γραμμές», όπως για παράδειγμα η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής.

Ωστόσο, το αισιόδοξο συμπέρασμα που μπορεί κανείς να εξάγει αναλύοντας τα ευρήματα της έρευνας, είναι πως η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας (76%) αναγνωρίζει πως ο κίνδυνος της φασιστικής απειλής δεν έχει παρέλθει οριστικά μετά την καταδίκη της εγκληματικής οργάνωσης. Και όσο η – ποικιλόμορφης προέλευσης – ανοχή στον ακραίο συντηρητισμό θα παραμένει ένα κοινωνικά μετρήσιμο μέγεθος, άλλο τόσο, και με πολλαπλάσιο ποσοτικά τρόπο, το τείχος της δημοκρατίας θα στέκεται εκεί ώστε να παρεμποδίσει ανά πάση στιγμή οποιονδήποτε επιχειρήσει να εκφράσει εκ νέου με τρόπο οργανωμένο τις βαθιά σκοταδιστικές ιδέες της Χρυσής Αυγής.

Το άρθρο μαζί με την έρευνα δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 09/10/2020 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει