Είναι θετικός, όποιος και να είναι, ο αντίκτυπος της συμφωνίας για το χρέος;

Τι απαντούν οι πολίτες στην ερώτηση της εβδομάδας από την Prorata.

Η επικαιρότητα τρέχει. Ακούτε για αυτήν. Τώρα έχετε τη δυνατότητα να μιλήσετε για αυτήν. Κάθε εβδομάδα και για ένα διαφορετικό θέμα. Η Prorata θέτει κάθε Παρασκευή μία και μόνο ερώτηση για ένα θέμα επικαιρότητας στους εγγεγραμμένους στη λίστα ηλεκτρονικών διευθύνσεών της και παρουσιάζει κάθε Δευτέρα τις απαντήσεις τους στην Athens Voice. Αν επιθυμείτε και εσείς να εγγραφείτε στη λίστα της Prorata, πατήστε εδώ.

Είναι θετικός, όποιος και να είναι, ο αντίκτυπος της συμφωνίας για το χρέος;​

Το σχέδιο ανατροπής της σταθερής τους τελευταίους 18 μήνες δημοσκοπικής υπεροχής της Νέας Δημοκρατίας περιελάμβανε, σε θέση περίοπτη, την επιτυχή ολοκλήρωση από την κυβέρνηση της διαπραγμάτευση για κάποιας μορφής ελάφρυνση του χρέους. Η τελική απόφαση του Eurogroup της περασμένης Πέμπτης επί του θέματος του ελληνικού χρέους έδωσε στην κυβέρνηση το σύνθημα για την έναρξη του επικοινωνιακού σχεδίου ανατροπής του συσχετισμού δυνάμεων, ενός σχεδίου που ουσιαστικά βασίζεται στην εμπέδωση της ψυχολογικής αίσθησης απελευθέρωσης από τα δεσμά των Μνημονίων και δευτερευόντως μόνο στην υπογράμμιση των εκτιμήσεων για βελτίωση των εισοδημάτων των νοικοκυριών και της δανειοληπτικής ικανότητας της χώρας. Ποιες φαίνονται όμως να είναι οι προοπτικές επιτυχίας του σχεδίου αυτού; Και πόσο πετυχημένη είναι η αναλογία ψυχολογίας, από τη μία, και παροχής πραγματολογικών δεδομένων, από την άλλη, στο μίγμα του σχεδίου;

Η Ερώτηση της Εβδομάδας από την Prorata διαίρεσε με τυχαίο τρόπο το δείγμα της και έθεσε στους συμμετέχοντες τρία διαφορετικά ερωτήματα. Συγκεκριμένα, ρώτησε αν η επίτευξη συμφωνίας ρύθμισης για το χρέος της χώρας μετά από την επιτυχή αξιολόγηση του προγράμματος και την ολοκλήρωση του Τρίτου Μνημονίου θα έχει θετικό αντίκτυπο, με χρονικό ορίζοντα τους επόμενους 12 μήνες, (α) στην κοινή γνώμη, (β) στην πραγματική οικονομία και στα νοικοκυριά, (γ) στην ελληνική οικονομία και στη δυνατότητα δανεισμού του ελληνικού δημοσίου.

Η πρώτη από τις ερωτήσεις στόχευε στη μέτρηση της επίδρασης της συμφωνίας για το χρέος στην ψυχολογία του ακροατηρίου, ενώ η δεύτερη και η τρίτη στόχευαν στη μέτρηση της προσλαμβανόμενης επίδρασης της συμφωνίας στα πραγματικά δεδομένα της οικονομίας, είτε στο μίκρο-οικονομικό, είτε στο μάκρο-οικονομικό επίπεδο. Η έρευνα αποκαλύπτει ότι ο κυβερνητικός σχεδιασμός δεν είναι άτοπος, καθώς η συμφωνία προσλαμβάνεται από μεγάλα –αν και όχι πλειοψηφικά– τμήματα της κοινής γνώμης ως παράγοντας που θα έχει θετικό αντίκτυπο. Για παράδειγμα, το 38% του δείγματος δηλώνει ότι η συμφωνία θα έχει θετικό αντίκτυπο στην κοινή γνώμη για τους επόμενους 12 μήνες με το 44% να διαφωνεί με την άποψη αυτή. Το ποσοστό εκείνων που συμφωνούν με το θετικό αντίκτυπο είναι πιο χαμηλό στην περίπτωση του ερωτήματος για την πιθανή επίδραση της συμφωνίας στην πραγματική οικονομία και στα νοικοκυριά (32% έναντι 57% του δείγματος που διαφωνούν), αλλά είναι πιο υψηλό στην περίπτωση του ερωτήματος για την πιθανή επίδραση της συμφωνίας στην ελληνική οικονομία και στη δυνατότητα δανεισμού του ελληνικού δημοσίου (48% έναντι 37% του δείγματος που διαφωνούν).

Οι διαφορές στον προσλαμβανόμενο αντίκτυπο της συμφωνίας συναρτήσει του πλαισίου αναφοράς που θέτει το καθένα ερώτημα δείχνουν ότι το επικοινωνιακό σχέδιο θα έχει καλύτερη προοπτική, αν χρησιμοποιηθεί το μακρό-οικονομικό επίπεδο ως πεδίο αναφοράς, ενώ αντιθέτως θα είναι δύσκολο να ανθίσει, αν η αντιπολίτευση επιμείνει στη μέτρηση των επιδράσεων της συμφωνίας στο μικρό-επίπεδο της καθημερινότητας των νοικοκυριών. Η σχεδόν συμμετρική κατανομή των απαντήσεων στο ερώτημα που αφορούσε την ψυχολογία της κοινής γνώμης φανερώνει ότι το κυβερνητικό σχέδιο έχει ορισμένες προοπτικές, καθώς το ποσοστό εκείνων που βλέπουν τον θετικό αντίκτυπο είναι εμφανώς υψηλότερα από τα ποσοστά αποδοχής του ίδιου του κυβερνητικού έργου.

Τα ποσοστά συμφωνίας με τον θετικό αντίκτυπο, σε όλα τα ερωτήματα, είναι υψηλότερα στις μεγαλύτερες ηλικιακές κατηγορίες και στους ερωτηθέντες υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου, όπως φυσικά και στους ερωτηθέντες που δηλώνουν μεγαλύτερη συμπάθεια προς την κυβέρνηση, καθώς και σε αυτούς που αυτό-τοποθετούνται στο αριστερό άκρο του κλασικού άξονα. Ωστόσο, τα ποσοστά συμφωνίας με τον θετικό αντίκτυπο της συμφωνίας τόσο στο επίπεδο των νοικοκυριών, όσο και στο επίπεδο της εθνικής οικονομίας, μεταξύ εκείνων που δεν συμπαθούν την κυβέρνηση ή που τοποθετούνται στο δεξιό άκρο του άξονα δεν είναι αμελητέα και προσεγγίζουν το 25%-30%. Το τελευταίο εύρημα δείχνει ότι τα περιθώρια χειρισμών της δημοσκοπικά ασθμαίνουσας κυβέρνησης επ’ αφορμή αυτής της συμφωνίας ρύθμισης του χρέους –ανεξαρτήτως φυσικά της ουσίας της συμφωνίας– είναι πραγματικά μεγάλα.

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει