Είναι μια κυβερνητική συμμαχία δεσμός ή ανοιχτή σχέση;

Τι απαντούν οι πολίτες στην ερώτηση της εβδομάδας από την Prorata.

Η επικαιρότητα τρέχει. Ακούτε για αυτήν. Τώρα έχετε τη δυνατότητα να μιλήσετε για αυτήν. Κάθε εβδομάδα και για ένα διαφορετικό θέμα. Η Prorata θέτει κάθε Παρασκευή μία και μόνο ερώτηση για ένα θέμα επικαιρότητας στους εγγεγραμμένους στη λίστα ηλεκτρονικών διευθύνσεών της και παρουσιάζει κάθε Δευτέρα τις απαντήσεις τους στην Athens Voice. Αν επιθυμείτε και εσείς να εγγραφείτε στη λίστα της Prorata, πατήστε εδώ.

Είναι μια κυβερνητική συμμαχία δεσμός ή ανοιχτή σχέση;

«Το όνομά μας είναι η ψυχή μας», δηλώνει σε όλους τους τόνους ο αρχηγός των ΑΝΕΛ, Υπουργός Αμύνης και κυβερνητικός εταίρος του Πρωθυπουργού τα τελευταία τριάμισι χρόνια, την επομένη της δημοσιοποίησης της συμφωνίας Τσίπρα-Ζάεφ για την ονομασία της ΠΓΔΜ. «Στηρίζω τον Αλέξη μέχρι τέλους», διαμηνύει με την ίδια ακριβώς σιγουριά ο ίδιος άνθρωπος την ίδια μέρα. Κάποιοι τον αποκάλεσαν τυχοδιώκτη, κάποιοι άλλοι κυνικό. Μάλλον ελάχιστοι ήταν εκείνοι που αναγνώρισαν στον Πάνο Καμμένο τη δυνατότητα να διαφωνεί με επιμέρους προτιμήσεις του μεγάλου κυβερνητικού εταίρου του, πιθανώς ως αποτέλεσμα και της αρνητικής αξιολόγησης μιας σειράς στοιχείων της προσωπικότητας και της πολιτικής διαδρομής του. Όμως η διαφωνία των ΑΝΕΛ στο ζήτημα της προωθούμενης από τον ΣΥΡΙΖΑ συμφωνίας για την ονομασία της ΠΓΔΜ φέρνει στην επιφάνεια ένα κρίσιμο ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο επιθυμούμε να λειτουργούν οι πολυπόθητες, τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, συμμαχικές κυβερνήσεις. Πιο συγκεκριμένα: πρέπει τα κόμματα που συμμετέχουν σε κυβερνήσεις συνεργασίας να προχωρούν μαζί σε κεντρικές πολιτικές αποφάσεις;

Η Ερώτηση της Εβδομάδας από την Prorata έθεσε το ερώτημα στους εγγεγραμμένους στη λίστα των online ερευνών της εταιρείας και κατέγραψε συντριπτικά ποσοστά της τάξης του 80% υπέρ της άποψης ότι οι κυβερνητικοί εταίροι πρέπει να πορεύονται μαζί σε κεντρικά θέματα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το ποσοστό που συγκέντρωσε η άποψη αυτή ήταν ελαφρώς μειωμένο στην ερώτηση που αφορούσε κοινωνικά ζητήματα (71%) σε σύγκριση με τις ερωτήσεις που αφορούσαν θέματα εξωτερικής (80%) ή δημοσιονομικής (82%) πολιτικής.

Τα ποσοστά συμφωνίας με την υποχρέωση συμπόρευσης των εταίρων ήταν ελαφρώς χαμηλότερα για τις γυναίκες, τους νεότερους και τους μη πτυχιούχους, ένα εύρημα που είναι πιθανότερο να σχετίζεται με το χαμηλότερο πολιτικό ενδιαφέρον και άρα και την ανεπαρκή παρακολούθηση των εσωτερικών διαφωνιών του εκάστοτε κυβερνητικού σχήματος εκ μέρους των συγκεκριμένων δημογραφικών κατηγοριών.

 

Δεδομένου ότι η ερώτηση τέθηκε σε μια χρονική στιγμή εμφανούς διαφωνίας των εταίρων της σημερινής κυβέρνησης, είναι αναμενόμενο πως οι απαντήσεις των ερωτηθέντων θα συναρτούνταν του βαθμού συμπάθειάς τους για τη σημερινή κυβέρνηση. Πράγματι, τα ποσοστά συμφωνίας με την άποψη ότι τα κόμματα σε κυβερνήσεις συνεργασίας θα πρέπει να προχωρούν μαζί σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και σε κοινωνικά ζητήματα (δηλαδή στα ζητήματα εκείνα στα οποία έχουν ήδη παρουσιαστεί διαφορές μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ) συγκέντρωσε μόνο τα δύο τρίτα των ερωτηθέντων που εκφράζουν συμπάθεια για την κυβέρνηση και ποσοστά άνω του 85% των ερωτηθέντων που εκφράζουν αντιπάθεια για την κυβέρνηση.

Για παρόμοιους λόγους, λιγότεροι απαιτητικοί ως προς την υποχρέωση κοινής πλεύσης κυβερνητικών κομμάτων εμφανίστηκαν να είναι οι αυτό-τοποθετούμενοι στο αριστερό άκρο του κλασικού άξονα –κυρίως στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και στα κοινωνικά ζητήματα– και περισσότερο απαιτητικοί οι αυτό-τοποθετούμενοι στο κέντρο του άξονα.

Η απαίτηση της πλειονότητας για απόλυτη σύμπλευση κομμάτων που συνεργάζονται στην κυβέρνηση μαρτυρά τη δυσκολία της ελληνικής κοινής γνώμης να κατανοήσει τους όρους του συναινετικού κοινοβουλευτικού μοντέλου, το οποίο ωστόσο –όταν ερωτάται σχετικά–δηλώνει ότι προτιμά. Η καταγραφόμενη προτίμηση στις «συμμαχικές», «οικουμενικές», «συναινετικές» κυβερνήσεις δε μεταφράζεται σε ανοχή σε επιμέρους διαφοροποιήσεις του ενός ή του άλλου κόμματος –κυβερνητικού ή και αντιπολιτευόμενου– σε συγκεκριμένα ζητήματα.

Αντιθέτως, τέτοιες διαφοροποιήσεις εκλαμβάνονται με όρους του κλασικού δικομματικού ανταγωνισμού ως εχθρικές κινήσεις υπέρ ή κατά των δύο βασικών παικτών του συστήματος.

Αυτό δεν είναι απαραιτήτως καλό ή κακό, απλώς θα πρέπει να το έχουμε στο νου όταν φιλάρεσκα μιλούμε για την «ανάγκη εθνικής ενότητας».

 

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει