Una faccia, una razza?

Του Γιάννη Κωνσταντινίδη, Επίκουρου Καθηγητή Πανεπιστημίου Μακεδονίας και Επιστημονικού Διευθυντή της Prorata

Οι προσεκτικοί φοιτητές πολιτικής επιστήμης έχουν σίγουρα κρατημένη, στο μάθημα της
Συγκριτικής Πολιτικής, μια υποσημείωση για τον Ιταλό Πρόεδρο, αυτόν που παρόλο που
εκλέγεται έμμεσα και έχει ρόλο συμβολικό, όπως και οι περισσότεροι Πρόεδροι στις χώρες
της Ευρώπης, την κρίσιμη στιγμή παρεμβαίνει με μία απόφαση που αλλάζει τη ροή των
πολιτικών εξελίξεων στη χώρα. Οι παρεμβάσεις του Ιταλού Προέδρου αφορούν συνήθως τη
μη αποδοχή μελών της προτεινόμενης από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία κυβέρνησης
και στηρίζονται τυπικά στην ενεργοποίηση του Άρθρου 92 του ιταλικού Συντάγματος και
ουσιαστικά στην προϊστορία εφαρμογής της δυνατότητας αυτής από Προέδρους κατά το
παρελθόν. Πέραν της ίδιας της θεσμικής διαρρύθμισης, πίσω από την οποία κρύβεται η
έγνοια του νομοθέτη για την ύπαρξη μηχανισμών ελέγχων και ισορροπιών μεταξύ των
πολιτικών δρώντων, η λειτουργία του θεσμού του Προέδρου στην πράξη δε θα πρέπει να
υποτιμάται, και υπό αυτήν την έννοια το προηγούμενο της χρήσης του Άρθρου 92 από
Προέδρους κατά το παρελθόν κάνει κάθε φορά την επόμενη χρήση του ευκολότερη. Άλλοτε
τη δικαιολογεί, άλλοτε τη σχετικοποιεί, αλλά τελικά πάντα την ενδυναμώνει.

Αυτή η μη τυπική όψη του θεσμού –αυτή που δυσκολεύει τους φοιτητές που πασχίζουν να
κρατήσουν στη μνήμη τους την υποσημείωση– έγινε τις τελευταίες ημέρες το αντικείμενο
μίας θεσμικό-πολιτικής συζήτησης διεθνώς: έπρεπε ο σημερινός Ιταλός Πρόεδρος Σέρτζιο
Ματεράλα να απορρίψει τον ευρωσκεπτικιστή Υπουργό Οικονομικών που προτιμούσε η
κοινοβουλευτική πλειοψηφία του Κινήματος των Πέντε Αστέρων και της Λέγκας του Βορρά;
Στην εγχώρια εκδοχή της, η συζήτηση προχωρούσε και προς ένα δεύτερο ερώτημα: γιατί
δεν έπραξε το ίδιο και ο Έλληνας Πρόεδρος της Δημοκρατίας το πρώτο εξάμηνο του 2015,
όταν στην ίδια θέση τοποθετήθηκε ένας Υπουργός που υιοθετούσε παρόμοια προσέγγιση
έναντι του Ευρώ; Η απάντηση βρίσκεται στην ιστορία του θεσμού και όχι στο τυπικό του
πλαίσιο, δηλαδή στο γεγονός ότι και άλλοι Υπουργοί είχαν απορριφθεί από Προέδρους της
Ιταλικής Δημοκρατίας κατά το παρελθόν, αναλογία που εμφανώς εκλείπει στην ελληνική
περίπτωση.

Η αναζήτηση διαφορών και ομοιοτήτων της ελληνικής περίπτωσης με την ιταλική προχωρά
και πέρα από το ζήτημα της προεδρικής παρέμβασης στη βούληση της κοινοβουλευτικής
πλειοψηφίας. Η κατάρρευση των δύο παραδοσιακών ιταλικών πόλων της Κεντροδεξιάς και
της Κεντροαριστεράς στις εκλογές του Μαρτίου 2018 και η επικράτηση ενός νέου παίκτη,
του Κινήματος των Πέντε Αστέρων, με σημαία τον αντί-συστημικό και ευρωσκεπτικιστικό
λόγο, δημιούργησε αναλογίες με την εικόνα του ελληνικού κομματικού συστήματος στις εκλογές του 2012. Η απόφαση του Κινήματος των Πέντε Αστέρων να σχηματίσει κυβέρνηση
συνεργασίας με το ακροδεξιών αποκλίσεων (και τοπικιστικής βάσης ωστόσο) κόμμα της
Λέγκας ενίσχυσε τον παραλληλισμό με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, παρά την εμφανώς
πολύ μεγαλύτερη δύναμη της ιταλικής Λέγκας. Όμως εδώ ίσως πρέπει να υπογραμμίσουμε
τον κίνδυνο της υπεραπλούστεσης στην ανάλυση πολιτικών εξελίξεων σε άλλες χώρες,
συνήθως ως συνέπεια της αγωνίας, ή και της εμμονής μας, να ενισχύσουμε επιχειρήματα
για τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων δεν είναι ο ιταλικός
ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ως προς τη σύνθεση του εκλογικού του ακροατηρίου, καθώς συγκεντρώνει τα
υψηλότερα ποσοστά του στα δυναμικότερα ηλικιακά στρώματα και στους ψηφοφόρους
μεσαίας και ανώτερης εκπαίδευσης, ούτε ως προς τον προγραμματικό του λόγο, καθώς
επικεντρώνεται σε επιφυλάξεις για τη λειτουργία των θεσμών και τελικά και της ίδιας της
αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, δηλαδή σε στοιχεία που δεν εντοπίζονται στον λόγο του
ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε η Λέγκα είναι οι Ιταλοί ΑΝΕΛ, παρά το κοινό σημείο του αντί-μεταναστευτικού
λόγου, καθώς κεντρικό ζήτημα της ατζέντας της Λέγκας παραμένει η παραχώρηση μιας
μεγαλύτερης αυτονομίας, η οποία θα περιλαμβάνει και τη δημοσιονομική αυτονομία, στις
πλούσιες περιοχές της Βόρειας Ιταλίας.

Η ελληνική και η ιταλική περίπτωση λοιπόν μοιράζονται μόνο λίγα περισσότερα από την
εναντίωση των εκλογικών επιλογών που καταγράφηκαν στην Ελλάδα της περιόδου 2012-
2015 και στην Ιταλία του 2018 με τις επιλογές δημοσιονομικής προσαρμογής της ηγεσίας
της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι κυρίαρχες κομματικές εκφράσεις αυτών των επιλογών δεν είναι
όμοιες. Και τα περιθώρια εξισορρόπησης αυτών των κυρίαρχων κομματικών εκφράσεων
από άλλους δρώντες εντός του θεσμικού οικοδομήματος της κάθε χώρας επίσης δεν είναι
όμοια.

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει