Σχέσεις κράτους-εκκλησίας στην Ελλάδα της κρίσης

Της Βασιλική Γεωργιάδου, Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Παντείου Πανεπιστημίου

Η απουσία θρησκευτικής διαιρετικής τομής στην ελληνική κοινωνία και η έλλειψη έντονων και συστηματικών συγκρούσεων μεταξύ κράτους και εκκλησίας ήταν οι λόγοι που οι σχέσεις της θρησκείας με την πολιτική δεν αναδείχθηκαν σε παράγοντα που δημιουργεί ταυτότητες και ευθυγραμμίζει τους εκλογείς σε συγκεκριμένα κόμματα. Δεξιόστροφοι ψηφοφόροι εμφανίζουν, βέβαια, μια συστηματικότερη εκκλησιαστική πρακτική, ενώ όσοι ψηφίζουν κόμματα της Αριστεράς δεν εκκλησιάζονται (συχνά) ή/και τείνουν να καλλιεργούν σχέσεις τελετουργικού (και όχι λατρευτικού) περιεχομένου με την εκκλησία. Επιπλέον, η ορθόδοξη εκκλησιαστική ιεραρχία έχει μεν μεγαλύτερη εγγύτητα με τη συντηρητική πολιτική ελίτ, μετά ωστόσο τις συγκρούσεις των αρχών της δεκαετίας του 1980 με την τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ εξαιτίας προπάντων της καθιέρωσης του πολιτικού γάμου και του ενδεχομένου διανομής της μοναστηριακής και εκκλησιαστικής περιουσίας, τα κόμματα της Αριστεράς επιδιώκουν να μην βρίσκονται πλέον ανοικτά σε συγκρουσιακή σχέση με την ορθόδοξη εκκλησία.

Το θέμα του διαχωρισμού των σχέσεων κράτους και εκκλησίας έχει τεθεί αρκετές φορές στο δημόσιο διάλογο: ενόψει κυρίως συνταγματικών αναθεωρήσεων το ζήτημα της «επικρατούσας θρησκείας» έχει απασχολήσει υπέρμαχους και πολέμιους του διαχωρισμού, με τους δεύτερους τελικώς να επιβάλλονται στις σχετικές διαμάχες. Στα χρόνια της κρίσης, ωστόσο, το διακύβευμα του διαχωρισμού των σχέσεων κράτους και εκκλησίας όσον αφορά τη συνταγματική αποτύπωση αυτής της σχέσης δείχνει μάλλον να χάνει σε σημασία, ενώ αντίθετα εκείνο της κρατικής μισθοδοσίας των κληρικών απασχολεί περισσότερο: εν μέσω κρίσης, με τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους να έχουν υποστεί αλυσιδωτές μειώσεις στα εισοδήματά τους, τις δημόσιες δαπάνες να έχουν περικοπεί σημαντικά και την ανεργία να καλπάζει, η μισθοδοσία των ορθόδοξων ιερωμένων, αν δηλαδή θα πρέπει να παραμείνει κρατική ή εάν η ίδια η εκκλησία οφείλει να αναλάβει την ευθύνη της μισθοδοσίας των λειτουργών της, εγείρεται σε ένα νέο θέμα αιχμής στο δημόσιο διάλογο.

 

Τοποθετήσεις στο ζήτημα του διαχωρισμού

Όσον αφορά τις σχέσεις κράτους και ορθόδοξης εκκλησίας, το αθροιστικό ποσοστό των διαφωνούντων στο να υπάρξει διαχωρισμός είναι υψηλότερο  από εκείνο όσων συμφωνούν με το σχετικό ζήτημα (45% έναντι 38%).[1] Μεταξύ αυτών, το ποσοστό των γυναικών που διαφωνεί στο να υπάρξει διαχωρισμός κράτους-εκκλησίας  είναι κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το αντίστοιχο των ανδρών (49% έναντι 41%), γεγονός που καταδεικνύει ότι ανεξαρτήτως της βαρύτητας του διακυβεύματος και της στάσης του εκλογικού σώματος, η διάσταση του φύλου εξακολουθεί να είναι παρούσα στο συγκεκριμένο ζήτημα. Εντοπίσιμη επίσης εμφανίζεται και μια ηλικιακή διάσταση, καθώς οι μεσαίες ηλικίες εκλογέων (34-44 και 45-54 ετών) είναι εμφανώς περισσότερο υπέρ του διαχωρισμού (48% και 45% αντιστοίχως), σε αντίθεση τόσο με τους νέους (18-34) όσο και με τους μεγαλύτερους (55-65+) που εμφανίζονται αρκετά αρνητικότεροι στο να επέλθει διαχωρισμός στις σχέσεις του κράτους με την ορθόδοξη εκκλησία. Χαμηλά ποσοστά στην υποστήριξη της θέσης του διαχωρισμού ανευρίσκονται και μεταξύ εκείνων που διαθέτουν χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης (στους απόφοιτους Δημοτικού μόλις το 16% υποστηρίζει τον διαχωρισμό εκκλησίας-κράτους). Η βελτίωση του επιπέδου εκπαίδευσης συνδέεται με σημαντική αύξηση των γνωμών υπέρ του διαχωρισμού (36% των αποφοίτων Γυμνασίου και 47% των αποφοίτων Λυκείου), παρότι μια περαιτέρω βελτίωση του εκπαιδευτικού επιπέδου δεν αποτυπώνεται σε κάποια γραμμική αύξηση της θέσης υπέρ του διαχωρισμού (33% των αποφοίτων ΙΕΚ και 45% των αποφοίτων ΑΕΙ και ΤΕΙ εμφανίζονται υπέρμαχοι της θέσης του διαχωρισμού).

 

Θέσεις για την κρατική μισθοδοσία κληρικών

Αναφορικά με το ζήτημα της μισθοδοσίας των κληρικών, ενώ οι γνώμες είναι μοιρασμένες μεταξύ συμφωνίας και διαφωνίας στη μισθοδοσία τους από το κράτος (αθροιστικά το 41% των ερωτηθέντων συμφωνεί και το 40% διαφωνεί), στις γυναίκες πλειοψηφεί η συμφωνία (44%) έναντι της διαφωνίας (41%). Όσον αφορά τις ηλικιακές κατηγορίες, και σε σχέση με το συγκεκριμένο διακύβευμα οι μεσαίες ηλικιακές κατηγορίες εμφανίζουν αισθητά χαμηλότερο βαθμό συμφωνίας όσον αφορά την κρατική μισθοδοσία των κληρικών (32% οι 35-44 ετών και 33% οι 45-54 ετών) συγκριτικά με τις νεότερες και μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, στις οποίες τα αντίστοιχα ποσοστά κυμαίνονται μεταξύ 41% (στους 18-24 ετών) και 50% (στους 65+). Όσον αφορά τη στάση στο συγκεκριμένο ζήτημα εξεταζόμενο από τη σκοπιά του εκπαιδευτικού επιπέδου, όσο χαμηλότερο το εκπαιδευτικό επίπεδο τόσο υψηλότερα και τα ποσοστά της συμφωνίας με τη θέση της κρατικής μισθοδοσίας των κληρικών. Αξίζει να σημειωθεί ότι το αντίστροφο δεν ισχύει· δηλαδή όσο ανεβαίνει το εκπαιδευτικό επίπεδο δεν περιορίζεται ο βαθμός της συμφωνίας αναφορικά με τη μισθοδοσία των κληρικών από το κράτος, καθώς όσοι έχουν πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εμφανίζουν υψηλό ποσοστό συμφωνίας (36%) με τη θέση της κρατικής μισθοδοσίας των κληρικών. Συνταξιούχοι του δημοσίου τομέα και νοικοκυρές επίσης υποστηρίζουν μια τέτοια θέση (56% και 55%), ενώ αντίθετα οι άνεργοι αλλά και οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα δίνουν σαφώς χαμηλότερα ποσοστά υπέρ της συγκεκριμένης θέσης (37% και 27% αντιστοίχως). Πρόκειται για ένα εύρημα που μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι οι δυσκολίες και ο αποκλεισμός από την αγορά εργασίας ευνοούν τη διαμόρφωση ριζοσπαστικών τοποθετήσεων σε ζητήματα για τα οποία δεν έχει υπάρξει θεματοποίησή τους κατά το παρελθόν (το ζήτημα της κρατικής ή εκκλησιαστικής μισθοδοσίας των κληρικών δεν είχε τεθεί ευρέως και με διλημματικό τρόπο στο δημόσιο διάλογο), ούτε είχαν διασυνδεθεί με θεματικές που διαθέτουν ιδεολογική φόρτιση, όπως συμβαίνει με εκείνη του διαχωρισμού κράτους-εκκλησίας.

 

Αριστερά-Δεξιά και πιθανότητα ψήφου με φόντο τις σχέσεις κράτους-εκκλησίας

Οι δύο θεματικές, διαχωρισμός κράτους-εκκλησίας και κρατική μισθοδοσία των κληρικών, δεν έχουν την ίδια ιδεολογική φορά όσον αφορά το πού εκδηλώνεται η συμφωνία και πού η διαφωνία στον άξονα Αριστεράς-Δεξιάς: οι υποστηρικτές του διαχωρισμού δείχνουν να είναι κεντροαριστερής τοποθέτησης, ενώ οι υποστηρικτές της κρατικής μισθοδοσίας των κληρικών είναι κεντροδεξιού ιδεολογικού προσανατολισμού, ευρήματα μάλλον αναμενόμενα αν λάβουμε υπόψη αφενός την –τουλάχιστον διακηρυκτική– υποστήριξη της θέσης του διαχωρισμού από τα κόμματα του αριστερού/κεντροαριστερού χώρου και αφετέρου την εγγύτητα των δεξιών/κεντροδεξιών κομμάτων με την εκκλησία, σε συνδυασμό με τον δικό τους κρατικιστικό προσανατολισμό σε ζητήματα οικονομίας.

Αν επιπλέον επιχειρήσουμε να διασυνδέσουμε τα δύο ζητήματα (διαχωρισμός και κρατική μισθοδοσία) με την πιθανότητα ψήφου για κάποιο κόμμα, από τα υπάρχοντα στοιχεία διακρίνονται αχνά κάποιες τάσεις.

α) Όσον αφορά το ζήτημα του διαχωρισμού: Μεταξύ των εκλογέων που συμφωνούν με τον διαχωρισμό, το 21% εκφράζει ισχυρή πιθανότητα ψήφου για τον ΣΥΡΙΖΑ και το 16% για τη Ν.Δ., ενώ μεταξύ εκείνων που διαφωνούν μόνο το 10% εκφράζει πιθανότητα ψήφου για τον ΣΥΡΙΖΑ και το ποσοστό για τη ΝΔ εκτοξεύεται στο 45%. Το γεγονός αυτό ενδεχομένως επιβεβαιώνει την ύπαρξη μιας τομής μεταξύ Αριστεράς-Δεξιάς όσον αφορά το συγκεκριμένο κοινωνικο-πολιτισμικό διακύβευμα, η οποία ωστόσο είναι ευκρινέστερη στο σκέλος της διαφωνίας παρά της συμφωνίας, όσον αφορά το ζήτημα του διαχωρισμού στις σχέσεις κράτους και εκκλησίας. Αναφορικά με τα μικρότερα κόμματα, η πιθανότητα ψήφου για τη Χρυσή Αυγή είναι υψηλότερη στους διαφωνούντες με τον διαχωρισμό κράτους-εκκλησίας, μια τάση που αναδεικνύεται και αναφορικά με τους ΑΝΕΛ και γίνεται ακόμα ευκρινέστερη όσον αφορά την εμφανιζόμενη πιθανότητα ψήφου για την Ένωση Κεντρώων, αλλά και για το ΠΑΣΟΚ. Αντίθετα, όσον αφορά το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η πιθανότητα ψήφου αυξάνεται σημαντικά μεταξύ εκείνων που εκφράζουν συμφωνία με τον διαχωρισμό. Όσον αφορά τους νέους κομματικούς σχηματισμούς που προέκυψαν από την κομματική μήτρα του ΣΥΡΙΖΑ, η πιθανότητα ψήφου για τη Λαϊκή Ενότητα και την Πλεύση Ελευθερίας εμφανίζεται σχεδόν το ίδιο ισχυρή σε συμφωνούντες και διαφωνούντες με τη θέση του διαχωρισμού. Παρόμοια τάση ισορροπίας εμφανίζεται και στους εκλογείς με την πιθανότητα ψήφου για το Ποτάμι.

β) Όσον αφορά το ζήτημα της κρατικής μισθοδοσίας των κληρικών: Εκείνοι που συμφωνούν με την κρατική μισθοδοσία των κληρικών είναι πολύ πιθανότερο να στηρίξουν τη ΝΔ (38%) σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ (16%), ενώ εκείνοι που διαφωνούν κατανέμουν τις επιλογές τους σχεδόν ισομερώς (25% για τον ΣΥΡΙΖΑ και 21% για τη ΝΔ). Συνεπώς πρόκειται για ένα ζήτημα στο οποίο γίνονται ορατές διαφορές στις θέσεις μεταξύ των πιθανών ψηφοφόρων των δύο μεγάλων κομμάτων, με εκείνους που εκφράζουν ισχυρή πιθανότητα ψήφου για τη Ν.Δ. να διαθέτουν ένα αρκετά σαφές φιλοκληρικαλικό προφίλ, ενώ εκείνοι που εκφράζουν ισχυρή πιθανότητα ψήφου για τον ΣΥΡΙΖΑ –ένα κόμμα που είναι έντονα υπέρ του διευρυμένου δημόσιου τομέα– εκφράζουν χαμηλά ποσοστά υποστήριξης της κρατικής μισθοδοσίας των κληρικών. Όσον αφορά τα μικρότερα κόμματα, η αύξηση της πιθανότητας ψήφου εντοπίζεται σε ψηφοφόρους, σημαντικός αριθμός των οποίων δεν έχει αποκρυσταλλώσει θέση («ούτε συμφωνώ ούτε διαφωνώ») για το συγκεκριμένο διακύβευμα. Στα ενδιαφέροντα ευρήματα είναι ότι η πιθανότητα ψήφου για το ΚΚΕ αυξάνεται σημαντικά μεταξύ εκείνων που διαφωνούν με την κρατική μισθοδοσία των κληρικών, ένδειξη της αντικληρικαλικής τοποθέτησης ενός κατά τα άλλα κρατικιστικού κόμματος. Στο ΠΑΣΟΚ η εικόνα είναι συγκεχυμένη, καθώς η πιθανότητα ψήφου είναι μεγαλύτερη μεν μεταξύ εκείνων που συμφωνούν με την κρατική μισθοδοσία των κληρικών, αλλά σε επίπεδο πιθανότητας ψήφου το ΠΑΣΟΚ αθροίζει κάποια σημαντικά ποσοστά και μεταξύ των διαφωνούντων και όσων δεν έχουν γνώμη υπέρ ή κατά στο συγκεκριμένο ζήτημα. Μια αμφιταλάντευση στο ζήτημα είναι εμφανής και σε πιθανούς ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής, του Ποταμιού, των ΑΝΕΛ και της Ένωσης Κεντρώων, αλλά και της Λαϊκής Ενότητας, ενώ όσον αφορά την Πλεύση Ελευθερίας η πιθανότητα ψήφου είναι σαφέστερη σε όσους συμφωνούν με την κρατική μισθοδοσία των κληρικών.

Εν κατακλείδι, η κρίση δημιούργησε νέα δεδομένα στο κομματικό σύστημα και στις τοποθετήσεις των εκλογέων. Η ατζέντα των θεμάτων που απασχολεί τους ψηφοφόρους βρίσκεται σε αναδιάταξη. Όσον αφορά τα κοινωνικο-πολιτισμικά διακυβεύματα, στα οποία εντάσσονται και εκείνα που αφορούν τη θρησκευτική σφαίρα, η σημαντικότητά τους είναι αυξανόμενη, ωστόσο με διαφορετικό τρόπο και σε νέες συναρτήσεις σε σύγκριση με ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν.  Η θρησκεία συναρτάται πλέον πρωτίστως με ζητήματα ασφάλειας, μετανάστευσης και πολυπολιτισμικότητας, γεγονός που διαφοροποιεί αφενός τη σημαντικότητα «παραδοσιακών» θεματικών που αναφέρονται στον πυρήνα των σχέσεων κράτους και εκκλησίας και αφετέρου τον τρόπο θέασης αυτής της διασύνδεσης υπό συνθήκες κρίσης: με την ορθόδοξη εκκλησία να αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στο πεδίο της κοινωνικής αλληλεγγύης, πιθανώς σε μια μερίδα εκλογέων να κάμπτονται οι όποιες αντιστάσεις ή και ενστάσεις μπορεί να είχαν σχετικά με την παρεμβατικότητά της σε ζητήματα αρμοδιότητας του κεντρικού κράτους.

 


[1] Στο κείμενο, όταν αναφερόμαστε σε ποσοστά συμφωνίας και διαφωνίας, αυτά αποτελούν το άθροισμα απόλυτης και απλής συμφωνίας ή διαφωνίας.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει